Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ
Το 1936, σε μια περίοδο που η ελληνική δισκογραφία προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην αυστηρή κρατική λογοκρισία της δικτατορίας του Μεταξά και στις υπόγειες, ακατέργαστες εκφάνσεις του αστικού περιθωρίου, η δισκογραφική εταιρεία Columbia ηχογραφεί έναν από τους πλέον τολμηρούς και αποκαλυπτικούς δίσκους 78 στροφών (Columbia DG 6126).
Τη δημιουργία αυτού του μνημειώδους έργου υπογράφει στιχουργικά και συνθετικά ο Σωτήρης Γαβαλάς (γνωστός στον υπόγειο κόσμο και με το προσωνύμιο «Μεμέτης»), μια φιγούρα εμβληματική της εποχής, η οποία κινήθηκε στα όρια της μουσικής δημιουργίας και του περιθωρίου.
ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ: ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑΣ
Οι στίχοι του τραγουδιού δεν αποτελούν απλώς μια αόριστη αναφορά στις εξαρτησιογόνες ουσίες, αλλά συνιστούν μια ρεαλιστική, σχεδόν δημοσιογραφική καταγραφή των μεθόδων που χρησιμοποιούσαν οι έμποροι και οι χρήστες ναρκωτικών στη δεκαετία του 1930 για να ξεπεράσουν τα αστυνομικά μπλόκα και τους ελέγχους στα τελωνεία και τα λιμάνια.
Να ξεφύγω δεν μπορούσα, καθώς γύριζα απ' την Προύσα,
με προδώσαν κάτι μπράβοι και με πιάσαν στο καράβι.
Είχα ράψει στο σακάκι δυο σακούλες με μαυράκι,
και στα κούφια μου τακούνια, ηρωίνη ως τα μπούνια.
Θα γεμίζαν οι λουλάδες, κλάψτε τώρα ντερβισάδες,
θα γινότανε γιαγκίνι, με μαυράκι κι ηρωίνη.
Ε, ρε, το 'χω κάνει τάμα, θα μισέψω γι' άλλο πράμα,
γεια σου Προύσα παινεμένη και στον κόσμο ξακουσμένη!
[– Γεια σου Μαργαρώνη με τις πενιές σου!]
[– Γεια σου κι εσύ, Στελλάκη!]
Η αναφορά στην Προύσα καταδεικνύει τους παραδοσιακούς διαύλους επικοινωνίας, εμπορίου και λαθρεμπορίου που διατηρούνταν ζωντανοί ανάμεσα στις μικρασιατικές ακτές και τον ελλαδικό χώρο, ακόμη και μετά την Καταστροφή του 1922. Οι μικροέμποροι και οι «ντερβισάδες» εκμεταλλεύονταν τα ταξίδια των πλοίων για να περάσουν παράνομα ουσίες.
Η φράση «θα γινότανε γιαγκίνι» (από το τουρκικό yangın, που σημαίνει πυρκαγιά, ολοκαύτωμα) αποτυπώνει την έκρηξη ευφορίας και την ατμόσφαιρα που θα επικρατούσε στους τεκέδες αν το εμπόρευμα έφτανε τελικά στον προορισμό του για να γεμίσουν οι λουλάδες.
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΟΜΗ ΚΑΙ Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Μουσικά, το «Ηρωίνη και Μαυράκι» είναι γραμμένο σε δρόμο (μακάμ) που προσφέρεται για βαριά, εσωτερική έκφραση, δομημένο πάνω στη φόρμα του κλασικού προπολεμικού ζεϊμπέκικου.
Αυτή η μουσική επιλογή δεν είναι τυχαία.
ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ: ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ΚΑΙ Η ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ
Στη δεκαετία του 1930, η ελληνική κοινωνία βιώνει έντονες πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις. Η αστυνομική καταστολή απέναντι στους χρήστες χασίς και άλλων ουσιών είναι καθημερινή και βίαιη.
Τραγούδια όπως το «Ηρωίνη και Μαυράκι» λειτούργησαν ως οι καθρέφτες μιας κοινωνίας που κατέρρεε οικονομικά, όπου πολλοί άνθρωποι οδηγήθηκαν στην εξαθλίωση, στο λαθρεμπόριο και στην εξάρτηση.
Με την επιβολή της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά το 1936, ηχογραφήσεις αυτού του τύπου μπήκαν στο στόχαστρο της αυστηρότερης λογοκρισίας που γνώρισε ποτέ η ελληνική δισκογραφία.
Η ΑΥΘΟΡΜΗΤΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΟΥΝΤΙΟ ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ
Ένα από τα πιο γοητευτικά ιστορικά στοιχεία που διασώθηκαν στη συγκεκριμένη ηχογράφηση του 1936 είναι η αυθεντικότητα της στιγμής.
«Γεια σου Μαργαρώνη με τις πενιές σου!»
«Γεια σου κι εσύ, Στελλάκη!»
Αυτή η ζωντανή, ανθρώπινη συνομιλία μέσα από τα αυλάκια του δίσκου υπενθυμίζει ότι το ρεμπέτικο τραγούδι δεν ήταν ένα αποστειρωμένο προϊόν βιομηχανικής παραγωγής, αλλά η φυσική προέκταση της ζωής, της φιλίας και της καθημερινότητας των μουσικών που το δημιούργησαν.
Σήμερα, δεκαετίες μετά την πρώτη του κυκλοφορία, το «Ηρωίνη και Μαυράκι» (ή «Προύσα») του Σωτήρη Γαβαλά παραμένει σημείο αναφοράς για τους μελετητές της λαϊκής μας μουσικής και αγαπημένο κομμάτι των σύγχρονων ρεμπέτικων σχημάτων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου