Στην αρχή των πάντων, πριν ο κόσμος αποκτήσει το σχήμα που γνωρίζουμε σήμερα, δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά μια αιώνια, ασφυκτική αγκαλιά. Ο Πατέρας Ουρανός και η Μητέρα Γη ήταν τόσο σφιχτά δεμένοι, που ανάμεσά τους δεν χωρούσε ούτε μια αχτίδα φωτός, ούτε μια ανάσα αέρα. Μέσα σε αυτό το απόλυτο σκοτάδι γεννήθηκαν τα παιδιά τους, οι πρώτοι Θεοί, οι οποίοι ζούσαν στριμωγμένοι, ακούγοντας μόνο τους χτύπους της καρδιάς της Γης και την ανάσα του Ουρανού. Ανάμεσα σε αυτούς τους Θεούς ήταν ο Θεός του Δάσους, ο Θεός του Ανέμου, ο Θεός της Θάλασσας και πολλοί άλλοι.
Τα παιδιά, κουρασμένα από το σκοτάδι και τον περιορισμό, άρχισαν να ψιθυρίζουν για την ελευθερία. Ο Θεός του Δάσους ήταν εκείνος που πήρε την απόφαση να χωρίσει τους γονείς του. Ξάπλωσε ανάμεσα στο σώμα της Μητέρας και του Πατέρα και με μια τρομερή προσπάθεια, σπρώχνοντας με τα δυνατά του πόδια προς τα πάνω, κατάφερε να υψώσει τον Ουρανό. Η αγκαλιά έσπασε, το φως εισέβαλε για πρώτη φορά στην πλάση και ο κόσμος άρχισε να αναπνέει. Όμως, αυτός ο χωρισμός δεν έγινε χωρίς πόνο. Ο Πατέρας Ουρανός έκλαιγε για τη χαμένη του σύντροφο —έτσι δημιουργήθηκε η βροχή— και η Μητέρα Γη αναστέναζε από νοσταλγία —έτσι δημιουργήθηκε η ομίχλη.
Μέσα σε αυτό το νέο τοπίο του φωτός, γεννήθηκε η Hine-pū-te-hue. Ήταν η κόρη του Θεού του Δάσους, ένα πλάσμα φτιαγμένο από την ανάγκη του κόσμου για γαλήνη. Όμως, ο κόσμος που βρήκε δεν ήταν καθόλου ήσυχος. Ο θείος της, ο Θεός του Ανέμου, ήταν ο μόνος που δεν είχε συμφωνήσει ποτέ με τον χωρισμό των γονιών του. Η οργή του ήταν απόλυτη.

