Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΗΣ ΦΤΕΡΗΣ: ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΟΥ ΓΚΟΓΚΟΛ
Υπάρχουν νύχτες που τα σύνορα ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων και το βασίλειο των σκιών γίνονται διάφανα. Μια τέτοια νύχτα είναι η Παραμονή του Ιβάν Κουπάλα, η δική μας νύχτα του Άη-Γιάννη, που στη βόρεια παράδοση ταυτίστηκε με τη μυστηριώδη Νύχτα του Βαλπούργη. Είναι η ώρα που οι μάγισσες καλπάζουν στον ουρανό —όπως τις αποθανάτισε ο Constantin Nepo στον εμβληματικό του πίνακα— και που το δάσος ζωντανεύει υπό τους δαιμονικούς ήχους της μουσικής του Μοντέστ Μουσόργκσκι.
Το διήγημα του Νικολάι Γκόγκολ που ακολουθεί, δεν είναι απλώς μια ιστορία τρόμου. Είναι μια βουτιά στην καρδιά της σλαβικής λαογραφίας, εκεί όπου ο πειρασμός παίρνει τη μορφή ενός κατακόκκινου άνθους φτέρης που ανθίζει μόνο για μια στιγμή μέσα στο σκοτάδι.
Μέσα από την αφήγηση του ψάλτη Φόμα Γκριγκόριεβιτς, μεταφερόμαστε σε μια εποχή όπου το κακό, με τη μορφή του απόκοσμου Μπασαβριούκ, παραμόνευε στα καπηλειά και τα δάση της Ντικάνκα, υποσχόμενο πλούτη και έρωτα με αντάλλαγμα το πολυτιμότερο αγαθό: την ίδια την ανθρώπινη ψυχή.
Πρόκειται για ένα κείμενο που μας θυμίζει ότι η μεγαλύτερη παγίδα του σκότους δεν είναι ο φόβος, αλλά η απληστία που κρύβεται πίσω από την υπόσχεση μιας ευτυχίας χτισμένης πάνω σε ξένο πόνο.
ΜΕΡΟΣ 1ο: Ο ΞΕΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟ ΒΛΕΜΜΑ
Θυμάμαι τον παππού μου, που έλεγε πως εκείνα τα χρόνια, στο χωριό μας, όλα ήταν διαφορετικά. Ο
κόσμος ήταν πιο απλός, αλλά και το κακό παραμόνευε σε κάθε γωνιά, πίσω από κάθε θάμνο. Στην περιοχή της Ντικάνκα, ζούσε τότε ένας άνθρωπος που όλοι έτρεμαν και κανείς δεν ήθελε να
προφέρει το όνομά του. Τον έλεγαν Μπασαβριούκ. Ήταν ένας ξένος, ένας άνθρωπος που έμοιαζε να μην έχει πατρίδα, που εμφανιζόταν στις γιορτές και στα πανηγύρια μόνο και μόνο για να φέρει τη διχόνοια. Λέγανε πως ήταν ο ίδιος ο διάβολος με μορφή ανθρώπου. Δεν πήγαινε ποτέ στην εκκλησία, δεν σταυρωνόταν και, αν του πρόσφερες να πιει, το ποτήρι του έβγαζε σπίθες αντί για κρασί.
Στο ίδιο χωριό ζούσε ένας νεαρός, ο Πέτρος ο Ορφανός. Τον έλεγαν έτσι γιατί δεν είχε κανέναν στον κόσμο. Ήταν ένας τίμιος εργάτης, δούλευε στα κτήματα του πλούσιου Κοζάκου Κορζ, ενός ανθρώπου σκληρού που το μόνο που υπολόγιζε ήταν τα γρόσια και το καλό του όνομα. Όμως ο Πέτρος είχε μια «αδυναμία»: την κόρη του Κορζ, την πανέμορφη Πιντόρκα. Τα μάτια της ήταν σαν τη νύχτα και το χαμόγελό της έκανε τα λουλούδια να ανθίζουν πριν την ώρα τους. Ο Πέτρος και η Πιντόρκα αγαπιούνταν κρυφά, με εκείνη την αγνή αγάπη που μόνο οι φτωχοί ξέρουν να κρατούν ζωντανή.
«Πέτρο μου», του έλεγε εκείνη τα βράδια που συναντιούνταν κρυφά πίσω από τον φράχτη, «ο πατέρας μου δεν θα σε δεχτεί ποτέ. Θέλει χρυσάφι, θέλει άλογα, θέλει κάποιον που να φοράει μεταξωτά ρούχα. Εμείς τι έχουμε; Μόνο την καρδιά μας».
Και ο Πέτρος ένιωθε το στήθος του να σφίγγεται. Μια μέρα, ο Κορζ τους έπιασε να κρατιούνται από το χέρι. Η οργή του ήταν τρομακτική. Άρπαξε ένα μαστίγιο και αν δεν έμπαινε στη μέση η Πιντόρκα να κλάψει και να παρακαλέσει, ο Πέτρος θα είχε φύγει από αυτόν τον κόσμο εκείνη τη στιγμή. «Φύγε, ορφανό!», ούρλιαξε ο γέρο-Κορζ. «Αν ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ, θα σε ταΐσω στα σκυλιά! Η κόρη μου θα παντρευτεί τον Πολωνό τον ευγενή που έρχεται μεθαύριο, που έχει τσέπες γεμάτες φλουριά, όχι έναν ζητιάνο σαν εσένα!»
Ο Πέτρος έφυγε με την ψυχή κομματιασμένη. Πήγε στο καπηλειό, όχι για να πιει, αλλά για να κρυφτεί από τον ήλιο που του φαινόταν πια πολύ φωτεινός για τη δυστυχία του. Κάθισε σε μια γωνιά, με το κεφάλι στα χέρια. Τότε ένιωσε μια παγωμένη ανάσα στον αυχένα του.
«Γιατί κλαις, παλικάρι μου;», ακούστηκε μια φωνή βραχνή, σαν να έτριβαν πέτρες μεταξύ τους.
Ήταν ο Μπασαβριούκ. Τα μάτια του έλαμπαν στο σκοτάδι του καπηλειού σαν αναμμένα κάρβουνα. Οι άλλοι θαμώνες έκαναν τον σταυρό τους και έφευγαν ένας-ένας, μέχρι που έμειναν οι δυο τους.
«Τι σε νοιάζει εσένα ο πόνος μου;», απάντησε ο Πέτρος χωρίς να σηκώσει κεφάλι.
«Με νοιάζει γιατί μπορώ να τον γιατρέψω. Θέλεις χρυσάφι; Θέλεις την Πιντόρκα; Θέλεις να δεις τον γέρο-Κορζ να σου φιλάει τα πόδια και να σε παρακαλάει να πάρεις την κόρη του; Όλα γίνονται. Αλλά χρειάζεται θάρρος. Και εσύ μου φαίνεσαι για θρασύδειλος».
Ο Πέτρος σηκώθηκε όρθιος, με τα μάτια θολά από την απελπισία. «Δεν φοβάμαι τίποτα! Ούτε τον θάνατο, ούτε τον διάβολο τον ίδιο! Πες μου τι πρέπει να κάνω!»
Ο Μπασαβριούκ γέλασε, και ο ήχος του γέλιου του έκανε τα τζάμια να τρίζουν. «Αύριο είναι η παραμονή του Ιβάν Κουπάλα. Είναι η μόνη νύχτα του χρόνου που το φτέρη ανθίζει στο Φαλακρό Βουνό, στο ρέμα της Αρκούδας. Αν βρεις το άνθος, θα γίνεις ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο. Αλλά πρόσεχε... το άνθος δεν το παίρνεις έτσι απλά. Πρέπει να με συναντήσεις εκεί, όταν το φεγγάρι θα είναι στο ψηλότερο σημείο. Θα έρθεις;»
«Θα έρθω», είπε ο Πέτρος με φωνή σταθερή, αν και μέσα του ένιωθε έναν παγετό να απλώνεται.
Όλη την επόμενη μέρα, ο Πέτρος την πέρασε σαν σε όνειρο. Η Πιντόρκα του έστειλε ένα μήνυμα μέσω μιας γριάς γειτόνισσας: «Σε παρακαλώ, μην κάνεις τίποτα τρελό. Θα φύγω μαζί σου στο δάσος, θα ζήσουμε με ρίζες και νερό, αρκεί να είμαστε μαζί». Μα ο Πέτρος είχε πάρει την απόφασή του. Ήθελε να της δώσει τα πάντα. Ήθελε να είναι η βασίλισσα του χωριού, όχι μια κυνηγημένη ορφανή.
Καθώς ο ήλιος άρχισε να δύει, ο ουρανός πήρε ένα χρώμα βαθύ κόκκινο, σαν αίμα που είχε ποτίσει τα σύννεφα. Οι χωριανοί άναβαν φωτιές, τραγουδούσαν και πηδούσαν πάνω από τις φλόγες, τηρώντας τα έθιμα. Ο Πέτρος όμως γλίστρησε μακριά από τη γιορτή. Πήρε το μονοπάτι για το δάσος. Τα δέντρα έμοιαζαν να κλείνουν πίσω του, οι κλαδιά τους να του πιάνουν τα ρούχα σαν να ήθελαν να τον εμποδίσουν. Οι κουκουβάγιες φώναζαν περίεργα και το χώμα κάτω από τα πόδια του έμοιαζε να αναστενάζει.
Έφτασε στο ρέμα της Αρκούδας. Η ζέστη ήταν αποπνικτική, παρόλο που ήταν νύχτα. Εκεί, πάνω σε μια μεγάλη πέτρα, καθόταν ο Μπασαβριούκ. Δεν έμοιαζε πια με άνθρωπο. Το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί, τα δάχτυλά του ήταν μακριά σαν νύχια αρπακτικού.
«Ήρθες», είπε ο Μπασαβριούκ. «Σε λίγο το ρολόι θα χτυπήσει μεσάνυχτα. Κοίτα προσεκτικά τους θάμνους. Η φτέρη θα βγάλει ένα μπουμπούκι που θα μοιάζει με ζωντανό κάρβουνο. Όταν ανοίξει, πρέπει να το αρπάξεις αμέσως. Μην κοιτάξεις πίσω σου, ό,τι κι αν ακούσεις, όποιος κι αν σε φωνάξει. Αν γυρίσεις το κεφάλι, χάθηκες».
Ο Πέτρος έσφιξε τις γροθιές του. Ο αέρας γύρω του άρχισε να μυρίζει θειάφι. Ξαφνικά, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, ένα μικρό φως άρχισε να τρεμοπαίζει ανάμεσα στα φυλλώματα. Ήταν ένα φως απόκοσμο, κατακόκκινο. Το μικρό μπουμπούκι άρχισε να μεγαλώνει, να πάλλεται σαν να είχε καρδιά που χτυπούσε. Ο Πέτρος ένιωσε τα πόδια του να τρέμουν, αλλά προχώρησε.
Τότε, ακριβώς τα μεσάνυχτα, το άνθος άνοιξε με έναν ήχο που έμοιαζε με κραυγή. Μια λάμψη τύφλωσε τον νεαρό. Χωρίς να σκεφτεί, άπλωσε το χέρι και το έκοψε.
Αμέσως, το δάσος ζωντάνεψε από φωνές. Χιλιάδες μάτια τον κοιτούσαν μέσα από το σκοτάδι. Γέλια δαιμονικά, ουρλιαχτά και ψίθυροι που έλεγαν το όνομά του. «Πέτρο... Πέτρο... γύρισε να μας δεις...».
«Μην κοιτάς!», ούρλιαξε ο Μπασαβριούκ. «Πέτα το άνθος στον αέρα και πες μου τι βλέπεις!»
Ο Πέτρος πέταξε το λαμπερό λουλούδι. Εκείνο δεν έπεσε στη γη. Έμεινε να αιωρείται, φωτίζοντας μια συγκεκριμένη γωνιά του βουνού, όπου το χώμα έμοιαζε ανακατεμένο.
«Εκεί είναι ο θησαυρός», είπε ο Μπασαβριούκ με μια φωνή που έσταζε φαρμάκι. «Αλλά για να ανοίξει η γη και να σου δώσει το χρυσάφι της, χρειάζεται κάτι ακόμα. Μια θυσία. Μια θυσία που μόνο εσύ μπορείς να προσφέρεις».
Ο Πέτρος πάγωσε. Κοίταξε τον Μπασαβριούκ και μετά το σημείο που έδειχνε το άνθος. Μια παράξενη μορφή άρχισε να ξεπροβάλλει μέσα από τις σκιές...ΜΕΡΟΣ 2ο: Η ΑΙΜΑΤΗΡΗ ΘΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΟΥ ΧΡΥΣΑΦΙΟΥ
Ο Πέτρος στεκόταν ακίνητος, κοιτάζοντας τη μορφή που πλησίαζε μέσα από την καταχνιά. Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που ένιωθε πως θα σπάσει τα πλευρά του. Από το βάθος του δάσους, μια γριά μάγισσα, με πρόσωπο που έμοιαζε με ξερό φλοιό δέντρου και μάτια που σπίθιζαν από κακία, σύρθηκε προς το μέρος τους. Κρατούσε από το χέρι ένα μικρό παιδί, τυλιγμένο σε μια λευκή σινδόνη. Το παιδί έδειχνε χαμένο, σαν να βρισκόταν σε βαθύ ύπνο.
«Να η θυσία σου», ψιθύρισε ο Μπασαβριούκ, και η φωνή του ακούστηκε σαν το σύρσιμο του φιδιού πάνω στις ξερές πέτρες. «Για να πάρεις το χρυσάφι που θα σου χαρίσει την Πιντόρκα, πρέπει να χύσεις αυτό το αίμα. Μόνο το αίμα ενός αθώου μπορεί να ξεκλειδώσει τα σπλάχνα της γης αυτή τη νύχτα».
Ο Πέτρος έκανε ένα βήμα πίσω, νιώθοντας έναν αποτροπιασμό να τον πνίγει. «Όχι!», ούρλιαξε. «Είπα πως δεν φοβάμαι τον θάνατο, αλλά δεν είμαι φονιάς! Πάρτε το άνθος, πάρτε το χρυσάφι, δεν θέλω τίποτα αν είναι να βάψω τα χέρια μου με αίμα!»
Τότε, ο Μπασαβριούκ πλησίασε και τον άρπαξε από τον ώμο. Το άγγιγμά του έκαιγε σαν πυρωμένο σίδερο. «Σκέψου την Πιντόρκα, Πέτρο. Αυτή τη στιγμή ο πατέρας της ετοιμάζει τα προικιά για τον Πολωνό. Αύριο θα την πάρουν μακριά σου. Θα την βλέπεις να μαραζώνει στην αγκαλιά ενός άλλου, ενώ εσύ θα σαπίζεις στην πείνα και τη λάσπη. Είναι μια στιγμή μόνο. Ένα χτύπημα. Και μετά, όλα τα πλούτη του κόσμου θα είναι δικά σου».
Η μάγισσα έφερε το παιδί πιο κοντά. Το φως από το μαγικό άνθος έπεσε πάνω στο πρόσωπό του. Ο Πέτρος ένιωσε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Το παιδί ήταν ο μικρός Ιβάν, ο αδελφός της Πιντόρκα, το μοναδικό πλάσμα που η αγαπημένη του λάτρευε περισσότερο από καθετί.
«Δεν μπορώ...», ψέλλισε ο Πέτρος, αλλά το μυαλό του είχε ήδη αρχίσει να θολώνει. Ο Μπασαβριούκ άρχισε να ψέλνει παράξενες λέξεις σε μια γλώσσα που δεν ήταν ανθρώπινη. Ο αέρας γύρω τους άρχισε να στροβιλίζεται, δημιουργώντας έναν ανεμοστρόβιλο από φύλλα και σκόνη. Οι φωνές των δαιμόνων επέστρεψαν, πιο δυνατές αυτή τη φορά, χλευάζοντάς τον: «Δειλέ! Φτωχοπρόδρομε! Θα χάσεις την αγάπη σου για μια σταγόνα αίμα!»
Μέσα στη σύγχυση και τη δαιμονική επιρροή, ο Πέτρος ένιωσε ένα μαχαίρι να εμφανίζεται στο χέρι του. Δεν ήξερε αν του το έδωσε η μάγισσα ή αν φύτρωσε από την ίδια του την επιθυμία. Η εικόνα της Πιντόρκα να κλαίει στο πλευρό του Πολωνού θόλωσε την κρίση του.
Με μια κραυγή που δεν έμοιαζε με τη δική του, ο Πέτρος όρμησε.
Το σκοτάδι έγινε απόλυτο για μια στιγμή. Μια βροντή συγκλόνισε το βουνό και η γη άνοιξε στα δύο. Ένας ποταμός από χρυσά φλουριά, πολύτιμους λίθους και ασημένια σκεύη άρχισε να αναβλύζει από το χάσμα. Ο Μπασαβριούκ γελούσε τρελά, ενώ η μάγισσα εξαφανίστηκε μέσα σε μια κόκκινη καπνιά.
Ο Πέτρος έπεσε στα γόνατα. Τα χέρια του ήταν ζεστά και κολλώδη. Κοίταξε το χρυσάφι, αλλά δεν ένιωσε χαρά. Ένιωσε μόνο ένα κενό, μια τρύπα στην ψυχή του που τίποτα δεν θα μπορούσε πια να γεμίσει.
«Πάρ’ τα και φύγε!», τον διέταξε ο Μπασαβριούκ. «Γύρνα στο χωριό και δείξε στον Κορζ ποιος είναι τώρα ο αφέντης!»
Ο Πέτρος άρχισε να μαζεύει τα φλουριά στα ρούχα του, σαν χαμένος. Το μυαλό του άρχισε να σβήνει τις εικόνες της νύχτας. Μια παράξενη λήθη άπλωσε το πέπλο της πάνω του. Μέχρι να φτάσει στις παρυφές του χωριού, δεν θυμόταν πια το βουνό, δεν θυμόταν τη μάγισσα, δεν θυμόταν το μαχαίρι. Θυμόταν μόνο ότι είχε βρει έναν θησαυρό και ότι τώρα μπορούσε να παντρευτεί την Πιντόρκα.
Το επόμενο πρωί, ο Κορζ ξύπνησε και είδε στην αυλή του τσουβάλια γεμάτα χρυσάφι. Ο Πέτρος στεκόταν εκεί, ντυμένος με τα πιο ακριβά υφάσματα, με ένα βλέμμα όμως που έμοιαζε γυάλινο, απόμακρο. Ο γέρο-Κοζάκος, τυφλωμένος από τη λάμψη του πλούτου, ξέχασε όλες τις κατάρες του.
«Πέτρο μου! Γαμπρέ μου!», φώναζε αγκαλιάζοντάς τον. «Πάντα ήξερα πως είσαι παλικάρι προκομμένο! Η Πιντόρκα είναι δική σου!»
Η Πιντόρκα βγήκε από το σπίτι, αλλά η χαρά της ήταν ανακατεμένη με τρόμο. «Πέτρο, πού ήσουν; Γιατί τα χέρια σου τρέμουν έτσι; Και... πού είναι ο αδελφός μου ο Ιβάν; Από χθες το βράδυ δεν τον έχει δει κανείς».
Ο Πέτρος την κοίταξε, αλλά ήταν σαν να κοιτούσε μέσα από έναν τοίχο ομίχλης. «Ο Ιβάν; Θα γυρίσει... μην ανησυχείς. Κοίτα το χρυσάφι, Πιντόρκα! Τώρα θα είμαστε ευτυχισμένοι!»
Ο γάμος έγινε με μεγάλες τιμές. Όλο το χωριό έφαγε και ήπιε για τρεις μέρες. Ο Πέτρος όμως δεν έφαγε ούτε μια μπουκιά. Έπινε μόνο κρασί, το ένα ποτήρι μετά το άλλο, προσπαθώντας να σβήσει μια δίψα που δεν έλεγε να σταματήσει. Και κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια του, έβλεπε μια κόκκινη λάμψη να τρεμοπαίζει στο βάθος του μυαλού του.
Το χρυσάφι ήταν παντού στο νέο τους σπίτι. Όμως, αντί για ζεστασιά, το σπίτι έμοιαζε να βγάζει μια παγωνιά που δεν νικιόταν από καμία φωτιά στο τζάκι. Η Πιντόρκα μέρα με τη μέρα χλόμιαζε. Ο αδελφός της δεν είχε γυρίσει ποτέ και η σκιά του θανάτου του άρχισε να πέφτει πάνω στην ευτυχία τους.
Ο Πέτρος άρχισε να αλλάζει. Έγινε σιωπηλός, σκυθρωπός. Καθόταν με τις ώρες κοιτάζοντας το κενό. Μερικές φορές, μέσα στη νύχτα, πεταγόταν όρθιος ουρλιάζοντας: «Το άνθος! Το άνθος καίει!»
Η Πιντόρκα τον κοίταζε με δάκρυα στα μάτια. «Τι σου συμβαίνει, αγαπημένε μου; Τι είδες εκείνη τη νύχτα;»
Μα ο Πέτρος δεν απαντούσε. Η μνήμη του ήταν κλειδωμένη πίσω από μια πόρτα που αν άνοιγε, θα τον έκαιγε ζωντανό. Μόνο που η πόρτα αυτή άρχισε σιγά-σιγά να ραγίζει...ΜΕΡΟΣ 3ο: Η ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΧΡΥΣΑΦΙ
Ο καιρός περνούσε, αλλά η γαλήνη δεν έμπαινε στο σπίτι του Πέτρου και της Πιντόρκα. Ο πλούτος τους ήταν αμύθητος, όμως το τίμημα είχε αρχίσει να εισπράττεται με τον πιο σκληρό τρόπο. Ο Πέτρος δεν ήταν πια ο γελαστός νέος που όλοι γνώριζαν. Είχε γίνει μια σκιά του εαυτού του. Το πρόσωπό του είχε σκάψει, τα μάτια του είχαν βουλιάξει στις κόγχες τους και το δέρμα του είχε πάρει μια απόχρωση κίτρινη, σαν το καταραμένο χρυσάφι που φύλαγε στα σεντούκια του.
Δεν μιλούσε σε κανέναν. Καθόταν ολόκληρες μέρες στο κατώφλι, σκάβοντας με το νύχι του το χώμα ή κοιτάζοντας επίμονα το δάσος. Η Πιντόρκα, απελπισμένη, προσπαθούσε να τον πλησιάσει. «Πέτρο, πες μου μια λέξη! Γιατί με κοιτάς σαν να είμαι ξένη; Τι είναι αυτό που σου τρώει τα σωθικά;»
Εκείνος όμως την κοίταζε με ένα βλέμμα κενό, λες και προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι που βρισκόταν στην άκρη του μυαλού του, αλλά του γλιστρούσε διαρκώς. Το μόνο που έβγαινε από τα χείλη του ήταν ένας ακατάληπτος ψίθυρος για μια κόκκινη φτέρη που έκαιγε τα χέρια του.
Η Πιντόρκα άρχισε να υποψιάζεται πως το κακό είχε ρίζες βαθιές. Ο αδελφός της, ο μικρός Ιβάν, δεν είχε δώσει κανένα σημείο ζωής. Οι χωριανοί άρχισαν να ψιθυρίζουν. Έλεγαν πως ο Πέτρος είχε πουλήσει την ψυχή του στον Μπασαβριούκ, πως το χρυσάφι του ήταν βαμμένο με αίμα. Ο γέρο-Κορζ, βλέποντας την κόρη του να μαραζώνει, άρχισε να μετανιώνει για την απληστία του, αλλά ήταν πια αργά. Το χρυσάφι ήταν εκεί, μέσα στο σπίτι τους, και έμοιαζε να ρουφάει τη ζωή από όλους.
Ένα βράδυ, ενώ η καταιγίδα μαινόταν έξω από το χωριό, ο Πέτρος σηκώθηκε ξαφνικά από το κρεβάτι. Η όψη του ήταν τρομακτική. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει μέσα σε μια νύχτα. «Φέρτε μου το κρασί!», ούρλιαξε. «Το αίμα... το αίμα δεν φεύγει από το ποτήρι!»
Η Πιντόρκα έτρεξε κοντά του. «Ποιο αίμα, Πέτρο μου; Κρασί είναι, τίποτα άλλο!» Όμως ο Πέτρος έβλεπε το υγρό στο ποτήρι να πήζει, να γίνεται ζεστό και κόκκινο. Άρχισε να σπάει τα σκεύη, να πετάει τα φλουριά στο πάτωμα. «Πάρτε τα! Με καίνε! Είναι σαν κάρβουνα από την κόλαση!»
Τότε, μέσα στο σκοτάδι της κάμαρας, μια μορφή άρχισε να διαγράφεται. Δεν ήταν άνθρωπος, ούτε σκιά. Ήταν μια παρουσία που μύριζε θειάφι και σαπίλα. Ο Μπασαβριούκ είχε επιστρέψει για να διεκδικήσει το υπόλοιπο της συμφωνίας. «Θυμήθηκες τώρα, Πέτρο;», ακούστηκε μια φωνή που έμοιαζε με το τρίξιμο του φερέτρου. «Θυμήθηκες το ρέμα της Αρκούδας; Θυμήθηκες το παιδί που κρατούσε η μάγισσα; Το χρυσάφι δεν δίνεται δωρεάν. Το αγόρασες με την πιο ακριβή τιμή».
Ο Πέτρος έπεσε στα γόνατα, πιάνοντας το κεφάλι του. Οι εικόνες άρχισαν να επιστρέφουν σαν αστραπές. Είδε το κόκκινο άνθος της φτέρης, είδε το μαχαίρι στο χέρι του, είδε τα μάτια του μικρού Ιβάν να τον κοιτάζουν πριν το σκοτάδι καλύψει τα πάντα. Μια κραυγή πόνου, που δεν έμοιαζε με ανθρώπινη φωνή, βγήκε από τα στήθη του.
Η Πιντόρκα, βλέποντας τον άντρα της να σπαρταράει στο πάτωμα, αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από εκεί που το κακό δεν μπορεί να φτάσει. Έτρεξε στο μοναστήρι, πήρε αγιασμό και κάλεσε τον γέροντα του χωριού. «Σώστε τον! Ο διάβολος τον πήρε!»
Όταν επέστρεψαν στο σπίτι, η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Ο Πέτρος στεκόταν στη μέση του δωματίου, ακίνητος σαν άγαλμα. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα, αλλά δεν έβλεπαν πια αυτόν τον κόσμο. «Πέτρο...», ψιθύρισε η Πιντόρκα, πλησιάζοντας με τρεμάμενα χέρια.
Μόλις ο ιερέας άρχισε να διαβάζει τις ευχές και να ραντίζει με τον αγιασμό, το σπίτι τραντάχτηκε συθέμελα. Το χρυσάφι που ήταν σκορπισμένο στο πάτωμα άρχισε να μεταμορφώνεται. Τα χρυσά φλουριά έγιναν ξερά φύλλα, τα ασημένια σκεύη έγιναν λάσπη και τα διαμάντια μετατράπηκαν σε στάχτη.
Ο Μπασαβριούκ ακούστηκε να γελάει μέσα από τους τοίχους. «Πολύ αργά! Η ψυχή έχει ήδη καεί!»
Ξαφνικά, μια φλόγα ξεπήδησε από το στήθος του Πέτρου. Δεν ήταν μια συνηθισμένη φωτιά. Ήταν μια λάμψη κατακόκκινη, ίδια με εκείνη της φτέρης που είχε κόψει στο βουνό. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ο Πέτρος τυλίχτηκε στις φλόγες. Δεν φώναξε. Δεν κουνήθηκε. Έμεινε εκεί, καιγόμενος από μια εσωτερική φωτιά που δεν έσβηνε με νερό.
Η Πιντόρκα προσπάθησε να ορμήσει μέσα στη φωτιά, αλλά ο πατέρας της την κράτησε. Όταν η λάμψη έσβησε, στη θέση που στεκόταν ο Πέτρος, δεν υπήρχε πια τίποτα. Μόνο μια χούφτα μαύρη στάχτη και μια μυρωδιά θειαφιού που έμεινε στον αέρα για μέρες.
Το σπίτι, που κάποτε ήταν το πιο πλούσιο του χωριού, είχε ερημώσει. Ο θησαυρός είχε γίνει σκουπίδια. Η κατάρα του Ιβάν Κουπάλα είχε ολοκληρώσει τον κύκλο της, αφήνοντας πίσω της μόνο ερείπια και μια καρδιά ραγισμένη.ΜΕΡΟΣ 4ο: Η ΕΡΗΜΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ
Η στάχτη που απέμεινε στη θέση του Πέτρου δεν ήταν μια συνηθισμένη στάχτη. Ήταν βαριά, μαύρη και έμοιαζε να καίει το πάτωμα ακόμα και ώρες μετά την εξαφάνισή του. Η Πιντόρκα, καταρρακωμένη, δεν μπορούσε να βγάλει ούτε έναν θρήνο. Τα μάτια της, που κάποτε έλαμπαν σαν το πρωινό φως, είχαν πια το χρώμα της ομίχλης. Η απώλεια του αγαπημένου της και η φρικτή αποκάλυψη για τη μοίρα του αδελφού της, του μικρού Ιβάν, την είχαν μετατρέψει σε ένα ζωντανό φάντασμα που περιφερόταν στα ερείπια της ευτυχίας της.
Ο γέρο-Κορζ, βλέποντας το σπίτι του να έχει στοιχειώσει, προσπάθησε να μαζέψει ό,τι είχε απομείνει. Όμως, κάθε φορά που άγγιζε ένα αντικείμενο που κάποτε ήταν χρυσό, εκείνο θρυμματιζόταν σε σκόνη. Τα σεντούκια ήταν γεμάτα με ξερά φύλλα και περιττώματα νυχτερίδας. Η κατάρα του Μπασαβριούκ δεν είχε πάρει μόνο τον Πέτρο, είχε δηλητηριάσει την ίδια τη γη τους.
«Πιντόρκα, παιδί μου», της έλεγε ο πατέρας της με φωνή που έτρεμε, «πρέπει να φύγουμε από εδώ. Αυτός ο τόπος είναι ποτισμένος με φαρμάκι. Θα πάμε σε άλλο χωριό, θα ξεκινήσουμε από την αρχή».
Όμως η Πιντόρκα δεν τον άκουγε. Το μόνο που έκανε ήταν να κοιτάζει τη γωνιά όπου είχε καεί ο Πέτρος. Μια μέρα, χωρίς να πει λέξη σε κανέναν, έκοψε τα μακριά, όμορφα μαλλιά της, φόρεσε ένα απλό ράσο και πήρε το μονοπάτι για το μακρινό μοναστήρι του Κιέβου. Δεν πήρε μαζί της ούτε ένα φλουρί, ούτε μια ανάμνηση. Ζήτησε μόνο μια χάρη από τον Θεό: να βρει την ψυχή του αδελφού της και να ζητήσει συγχώρεση για το κακό που ρίζωσε στο σπίτι τους.
Πίσω στο χωριό, η κατάσταση γινόταν όλο και πιο αλλόκοτη. Ο Μπασαβριούκ δεν είχε εξαφανιστεί. Οι χωριανοί άρχισαν να βλέπουν τη μορφή του να τριγυρνά τα βράδια κοντά στο παλιό σπίτι του Πέτρου. Άλλοι έλεγαν πως τον είδαν να κάθεται πάνω στον φράχτη και να γελάει με ένα γέλιο που έμοιαζε με το κρώξιμο του κόρακα. Τα ζώα στο χωριό άρχισαν να αρρωσταίνουν χωρίς λόγο, και το γάλα στις καρδάρες γινόταν κόκκινο σαν αίμα.
Ο τρόμος είχε φωλιάσει στις καρδιές όλων. Κανείς δεν τολμούσε πια να βγει από το σπίτι του μετά τη δύση του ήλιου, και ειδικά την παραμονή του Ιβάν Κουπάλα. Ο θρύλος της κόκκινης φτέρης είχε γίνει μια προειδοποίηση που ψιθύριζαν οι μανάδες στα παιδιά τους: «Μην κοιτάξετε το φως στο βουνό, μην αγγίξετε τον θησαυρό που λάμπει στο σκοτάδι».
Ο Κορζ, μην αντέχοντας το βάρος της ενοχής και της μοναξιάς, άρχισε να πίνει. Έπινε μέχρι που το μυαλό του θόλωσε εντελώς. Μια νύχτα, ορκίστηκε πως είδε τον μικρό Ιβάν να τον καλεί από το δάσος. Έτρεξε μέσα στο σκοτάδι, φωνάζοντας το όνομα του εγγονού του, και δεν επέστρεψε ποτέ. Το επόμενο πρωί, βρήκαν μόνο το καπέλο του να επιπλέει στο βαλτωμένο ρέμα της Αρκούδας.
Το σπίτι του Πέτρου και της Πιντόρκα άρχισε να καταρρέει. Τα ξύλα σάπισαν, η στέγη έπεσε και τα αγριόχορτα κάλυψαν τα πάντα. Όμως, οι περαστικοί έλεγαν πως ακόμα και μέσα στα ερείπια, τις νύχτες με φεγγάρι, μπορούσες να ακούσεις έναν ψίθυρο. Ήταν η φωνή του Πέτρου που ζητούσε νερό για να σβήσει τη φωτιά που τον έκαιγε, ή μήπως ήταν ο άνεμος που περνούσε μέσα από τις τρύπιες πόρτες;
Η ιστορία του Πέτρου του Ορφανού έγινε το πιο σκοτεινό παραμύθι της Ντικάνκα. Ένα παραμύθι για την αγάπη που έγινε απληστία και για τον πλούτο που αποδείχθηκε μια παγίδα του διαβόλου. Όσοι το διηγούνταν, έκαναν πάντα τον σταυρό τους, ξέροντας πως ο Μπασαβριούκ παραμονεύει πάντα κάπου εκεί έξω, περιμένοντας τον επόμενο απελπισμένο που θα θελήσει να κόψει τη μαγική φτέρη.
Η Πιντόρκα, στο μοναστήρι της, είχε επιβάλει στον εαυτό της τη σιωπή. Λέγανε πως δεν ξαναμίλησε ποτέ. Προσευχόταν μέρα και νύχτα, με τα χέρια της ενωμένα, μέχρι που τα δάχτυλά της έγιναν σκληρά σαν πέτρα. Η δική της μετάνοια ήταν το μόνο πράγμα που κρατούσε το σκοτάδι μακριά από το να καταπιεί ολόκληρη τη μνήμη της οικογένειάς της.
Όμως, το κακό έχει βαθιές ρίζες και, όπως λένε οι παλιοί, τίποτα δεν χάνεται οριστικά κάτω από το χώμα του Φαλακρού Βουνού.Φτάνουμε πλέον στην ολοκλήρωση της ιστορίας, εκεί όπου ο απόηχος των γεγονότων γίνεται θρύλος και η Ντικάνκα προσπαθεί να θάψει στις αναμνήσεις της τον τρόμο εκείνης της νύχτας.
Η ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΚΟΥΠΑΛΑ
ΜΕΡΟΣ 5ο: Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΑΙΩΝΙΑ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ
Χρόνια πέρασαν από τότε που η φωτιά κατάπιε τον Πέτρο τον Ορφανό και η Πιντόρκα χάθηκε πίσω από τους πέτρινους τοίχους του μοναστηριού. Το χωριό άλλαξε όψη, νέοι άνθρωποι ήρθαν, και οι παλιοί, εκείνοι που έζησαν τον τρόμο από κοντά, άρχισαν σιγά-σιγά να φεύγουν από τη ζωή, παίρνοντας μαζί τους τα μυστικά εκείνης της καταραμένης περιόδου. Όμως, το παλιό καπηλειό, εκεί όπου ο Μπασαβριούκ έπινε το φλογισμένο κρασί του, παρέμενε όρθιο, σαν μια πληγή που αρνιόταν να κλείσει.
Ο αφηγητής μας, ο Φόμα Γκριγκόριεβιτς, θυμάται πως ο παππούς του έλεγε ότι το κακό δεν έφυγε ποτέ εντελώς. Ακόμα και μετά από δεκαετίες, αν κάποιος τολμούσε να πλησιάσει τα ερείπια του σπιτιού του Κορζ την παραμονή του Ιβάν Κουπάλα, ένιωθε μια παράξενη ηλεκτρική ένταση στον αέρα. Λέγανε πως το χώμα εκεί παρέμενε ζεστό, λες και οι φλόγες που έκαψαν τον Πέτρο συνέχιζαν να τρέφονται από τα έγκατα της γης.
Η Πιντόρκα πέθανε στο μοναστήρι σε βαθιά γεράματα. Λέγεται πως την ημέρα που ξεψύχησε, ένας λευκός περιστεράς πέταξε πάνω από το χωριό και κάθισε για λίγο στο σαπισμένο φράχτη του παλιού της κήπου. Ήταν η πρώτη φορά που η ατμόσφαιρα εκεί ένιωσε ελαφριά, σαν μια κατάρα να είχε επιτέλους λυθεί. Όμως, η ανακούφιση ήταν προσωρινή.
Ο Μπασαβριούκ, αυτός ο σκοτεινός περιπλανώμενος, συνέχισε να εμφανίζεται σε άλλα χωριά, με άλλα ονόματα, προσφέροντας πάντα το ίδιο πράγμα: πλούτο χωρίς κόπο, έρωτα χωρίς υπομονή, δύναμη χωρίς ηθική. Η ιστορία του Πέτρου δεν ήταν παρά ένα μόνο κεφάλαιο στο ατελείωτο βιβλίο του πειρασμού.
«Βλέπετε, παιδιά μου», έλεγε ο παππούς στους νεότερους, καθώς οι φλόγες στο τζάκι τρεμόπαιζαν, «το άνθος της φτέρης δεν είναι ένα δώρο της φύσης. Είναι ένας καθρέφτης. Όποιος το κοιτάζει, βλέπει μέσα του τη δική του απληστία. Ο Πέτρος δεν έχασε την ψυχή του επειδή έκοψε το λουλούδι, αλλά επειδή πίστεψε πως ο δρόμος για την ευτυχία μπορεί να στρωθεί με το αίμα ενός αθώου».
Σήμερα, αν επισκεφθεί κανείς εκείνα τα μέρη στην Ουκρανία, θα δει τα δάση να στέκουν ακόμα επιβλητικά και σιωπηλά. Τη νύχτα της 23ης Ιουνίου, οι κοπέλες ρίχνουν ακόμα στεφάνια στο ποτάμι και οι νέοι ανάβουν φωτιές. Όμως, κανείς δεν πηγαίνει πια στο ρέμα της Αρκούδας. Κανείς δεν ψάχνει για την κόκκινη λάμψη ανάμεσα στα πυκνά φυλλώματα. Η μνήμη του Πέτρου και του μικρού Ιβάν παραμένει ζωντανή μέσα από το διήγημα του Γκόγκολ, θυμίζοντάς μας πως υπάρχουν θησαυροί που είναι καλύτερο να παραμένουν θαμμένοι για πάντα.
Η ιστορία κλείνει με μια αίσθηση μελαγχολίας. Το χωριό ησύχασε, αλλά ο φόβος για το υπερφυσικό παρέμεινε ένα κομμάτι της ψυχής των ανθρώπων εκεί. Ο Μπασαβριούκ έγινε μια σκιά που παραμονεύει στις παρυφές της συνείδησης, μια υπενθύμιση ότι το σκοτάδι δεν χρειάζεται πόρτες για να μπει σε ένα σπίτι· του αρκεί μια ρωγμή στην καρδιά του ανθρώπου.
Και κάπως έτσι, ο Φόμα Γκριγκόριεβιτς τελειώνει την αφήγησή του, κλείνοντας το παλιό του βιβλίο και σβήνοντας το κερί. Το σκοτάδι του δωματίου μοιάζει τώρα πιο πυκνό, και οι ήχοι της νύχτας έξω από το παράθυρο φέρνουν στο νου το θρόισμα της φτέρης και το μακρινό γέλιο ενός ξένου που χάθηκε μέσα στην ομίχλη του χρόνου.
ΤΕΛΟΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου