Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ
Στα πρώτα χρόνια του κόσμου, ο Ήλιος (O Kham), ο βασιλιάς της ημέρας με τα πύρινα γένια, ερωτεύτηκε τη Σελήνη (O Shon), την ασημένια δέσποινα της νύχτας. Ο Ήλιος ήταν ορμητικός, γεμάτος δύναμη και φως, ενώ η Σελήνη ήταν σιωπηλή, με μάτια που καθρέφτιζαν όλα τα μυστικά των ανθρώπων.
Αποφάσισαν να παντρευτούν και να ενώσουν τα βασίλειά τους, ώστε η γη να μην γνωρίσει ποτέ ξανά το απόλυτο σκοτάδι. Για τον γάμο τους, ο Ήλιος έστειλε τους πιο λαμπρούς τεχνίτες να φτιάξουν ένα δώρο: μια άμαξα από ατόφιο χρυσάφι, στολισμένη με ρουμπίνια που έβγαζαν σπίθες. Η Σελήνη, με τη σειρά της, έπλεξε ένα πέπλο από ασημένια ομίχλη και μαργαριτάρια της θάλασσας.
Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ
Όμως, ο Beng, το πνεύμα του κακού που ζούσε στα έγκατα της γης, ζήλεψε αυτή την ένωση. Ήξερε πως αν ο Ήλιος και η Σελήνη έμεναν μαζί, το σκοτάδι του θα χανόταν για πάντα. Την ημέρα του γάμου,
μεταμορφώθηκε σε μια μαύρη, παγερή σκιά και στάθηκε ανάμεσά τους.Άρχισε να ψιθυρίζει στο αυτί του Ήλιου ότι η Σελήνη είναι πολύ κρύα για τη φλόγα του, και στο αυτί της Σελήνης ότι ο Ήλιος θα κάψει την ομορφιά της. Η αμφιβολία πότισε τις καρδιές τους σαν δηλητήριο. Τη στιγμή που επρόκειτο να δώσουν τα χέρια, μια τρομερή καταιγίδα ξέσπασε και τους χώρισε. Η χρυσή άμαξα κομματιάστηκε και το ασημένιο πέπλο σκίστηκε σε χιλιάδες κομμάτια.
ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΩΝ ΡΟΜΑ
Τα θραύσματα από τη χρυσή άμαξα και το ασημένιο πέπλο έπεσαν στη γη. Οι άνθρωποι των πόλεων, φοβισμένοι από την καταιγίδα, κλείστηκαν στα σπίτια τους. Μόνο οι Ρομά, που ζούσαν στην ύπαιθρο και δεν φοβούνταν τα στοιχεία της φύσης, έτρεξαν να μαζέψουν τα συντρίμμια του ουράνιου γάμου.
Τα κομμάτια του χρυσού έγιναν τα κοσμήματα και τα νομίσματα που οι Ρομά φορούν πάνω τους, για να έχουν πάντα μαζί τους τη ζεστασιά του Ήλιου.
Τα κομμάτια του ασημένιου πέπλου έγιναν τα άστρα στον ουρανό και το ασήμι που στολίζει τα χαλινάρια των αλόγων τους.
Από εκείνη τη μέρα, ο Ήλιος κυνηγά τη Σελήνη και η Σελήνη τον Ήλιο, χωρίς να μπορούν ποτέ να σμίξουν ξανά σε γάμο. Και οι Ρομά, ως οι μόνοι μάρτυρες αυτής της ουράνιας αγάπης, περιπλανώνται αιώνια από τόπο σε τόπο.
"Είμαστε οι φύλακες των δώρων του γάμου," λένε οι παλιοί αφηγητές. "Γι' αυτό δεν χτίζουμε σπίτια με πέτρα. Το σπίτι μας είναι εκεί που το φως του Ήλιου συναντά τη σκιά της Σελήνης, και η περιουσία μας είναι η ελευθερία να ακολουθούμε τα χρυσά και ασημένια ίχνη τους στον ορίζοντα.
"Στην τσιγγάνικη μυθολογία, τα ζώα δεν είναι απλά πλάσματα της φύσης, αλλά αδέλφια, κατάσκοποι των θεών ή δάσκαλοι της επιβίωσης. Ανάμεσά τους, ο Κόρακας και το Άλογο κατέχουν τα πρωτεία, όμως ο μύθος για το Πουλί του Δάσους είναι αυτός που αγγίζει την ίδια την ουσία της τσιγγάνικης ψυχής.
ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΦΤΕΡΑ ΚΑΙ Η ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ
Πριν από χιλιάδες χρόνια, λέει ο μύθος, οι Ρομά δεν ήταν άνθρωποι, αλλά ένα σπάνιο είδος πουλιών με φτερά που έλαμπαν σαν λιωμένο χρυσάφι. Ζούσαν στα ψηλότερα δέντρα ενός δάσους που δεν γνώριζε χειμώνα και η φωνή τους ήταν τόσο γλυκιά, που ακόμα και οι άγγελοι σταματούσαν για να τους ακούσουν.
Ο BENG (το πνεύμα του κακού), φθονώντας αυτή την ομορφιά, μεταμορφώθηκε σε έναν πλούσιο έμπορο και πλησίασε τα δέντρα τους. Τους έδειξε καθρέφτες, μεταξωτά υφάσματα και βαριά σεντούκια με φλουριά.
"Τι να την κάνετε την ελευθερία των αιθέρων;" τους ψιθύρισε. "Αν γίνετε άνθρωποι, θα μπορείτε να κρατήσετε όλο τον χρυσό του κόσμου στα χέρια σας, αντί να τον κουβαλάτε στα φτερά σας."
Μαγεμένα από την απατηλή λάμψη, τα πουλιά δέχτηκαν. Μόλις όμως τα πόδια τους άγγιξαν το χώμα, τα φτερά τους έπεσαν και έγιναν βαριά ανθρώπινα μέλη. Ο χρυσός των φτερών τους μετατράπηκε σε κρύο μέταλλο μέσα στα σεντούκια του εμπόρου, ο οποίος εξαφανίστηκε γελώντας. Οι Ρομά έμειναν στη γη, ανήμποροι να πετάξουν ξανά.
Όμως ο DEVEL, βλέποντας τη λύπη τους, τους έδωσε ένα τελευταίο δώρο:
Τους επέτρεψε να κρατήσουν τη φωνή εκείνων των πουλιών. Γι' αυτό, λένε, κανένας άλλος άνθρωπος δεν μπορεί να τραγουδήσει με το πάθος και τις δονήσεις ενός τσιγγάνου.
Τους έδωσε το άλογο, για να είναι τα δικά τους "φτερά" πάνω στη γη, ώστε να μην νιώθουν ποτέ φυλακισμένοι σε έναν τόπο.
ΤΟ ΑΛΟΓΟ: Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ
Στους μύθους των Ρομά, το άλογο δεν είναι ιδιοκτησία, είναι σύντροφος. Υπάρχει μια δοξασία που λέει πως όταν ένας Ρομά κοιμάται, το άλογό του αγρυπνά και βλέπει τα πνεύματα που πλησιάζουν τον καταυλισμό. Αν το άλογο χλιμιντρίσει μέσα στη νύχτα χωρίς φανερή αιτία, σημαίνει πως συνομιλεί με τους προγόνους (Mulo).
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΑΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
Ένας παλιός μύθος διηγείται για έναν βασιλιά που φυλάκισε έναν τσιγγάνο μουσικό και του υποσχέθηκε την ελευθερία του μόνο αν κατάφερνε να κάνει ένα πέτρινο άγαλμα αλόγου να τρέξει. Ο μουσικός δεν έχασε την πίστη του. Πήρε το βιολί του και άρχισε να παίζει έναν σκοπό τόσο γρήγορο και γεμάτο ζωή, που η πέτρα άρχισε να ραγίζει. Η μουσική "πότισε" το μάρμαρο με αίμα και πνοή. Το άλογο ζωντάνεψε, χτύπησε τις οπλές του στο έδαφος και ο μουσικός πήδηξε στη ράχη του, χανόμενος στον ορίζοντα πριν οι φρουροί προλάβουν να αντιδράσουν.
"Το άλογο και το βιολί είναι ένα," λένε οι αφηγητές. "Το ένα τρέχει στον δρόμο και το άλλο τρέχει στην ψυχή. Και τα δύο όμως σε πάνε μακριά από τα δεσμά."
Ο ΚΟΡΑΚΑΣ: Ο ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ
Αντίθετα με άλλους λαούς που θεωρούν τον κόρακα κακό οιωνό, για τους Ρομά ο Kalo Chiriklo (το Μαύρο Πουλί) είναι σύμβολο σοφίας. Πιστεύουν ότι ο κόρακας γνωρίζει όλα τα μονοπάτια του κόσμου και ότι είναι ο μόνος που μπορεί να βρει νερό στην έρημο ή το δρόμο μέσα στην ομίχλη.
Οι αφηγητές λένε πως αν ένας κόρακας πετάξει πάνω από μια καραβάνι (vardo), δεν φέρνει θάνατο, αλλά ένα μήνυμα από έναν μακρινό συγγενή ή μια προειδοποίηση για τον δρόμο που έρχεται. Είναι ο "πνευματικός οδηγός" που θυμίζει στους Ρομά πως, όσο μαύρα κι αν είναι τα σύννεφα, εκείνοι έχουν την ικανότητα να επιβιώνουν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου