Στο βάθος της σκηνής, δίπλα στη φωτιά που τρεμόσβηνε, ο γέρο-Ιγκρίκ ακούμπησε το κομπόζ στα γόνατά του. Οι χορδές έβγαλαν έναν ήχο βαθύ, σαν το θρόισμα του ανέμου στις στέπες. Οι πολεμιστές γύρω του
σώπασαν.
«Ακούστε,» ψιθύρισε, και η φωνή του έμοιαζε να έρχεται από το παρελθόν. «Ακούστε για τον καιρό που οι Μαγυάροι δεν είχαν ακόμα πατρίδα, αλλά είχαν όνειρα. Ακούστε για την Έμεσε, τη μητέρα της γενιάς μας.»
Ήταν μια νύχτα δίχως φεγγάρι στη χώρα της Ετελκόζ. Η Έμεσε, η γυναίκα του οπλαρχηγού Ύλεκ, στριφογύριζε στον ύπνο της μέσα στη δερμάτινη σκηνή. Ξαφνικά, ένας αέρας παγωμένος σήκωσε την είσοδο. Ένα τεράστιο γεράκι, το Τουρούλ, με φτερά που έλαμπαν σαν λιωμένο ασήμι, στάθηκε πάνω από το κρεβάτι της.
«Μη φοβάσαι, γυναίκα των Μαγυάρων,» ακούστηκε μια φωνή που δεν έβγαινε από στόμα, αλλά αντηχούσε μέσα στο μυαλό της.
Η Έμεσε άνοιξε τα μάτια της στο όνειρο. «Ποιος είσαι εσύ που ταράζεις την ησυχία μιας μελλοντικής μάνας;» ρώτησε, προσπαθώντας να κρύψει το δέος της.
«Είμαι ο αγγελιοφόρος των πνευμάτων. Ήρθα να σου δείξω αυτό που έρχεται,» αποκρίθηκε το Τουρούλ.
Το πουλί άπλωσε τα φτερά του και ξαφνικά το σώμα της Έμεσε άρχισε να τρέμει. Από τα σπλάχνα της είδε να ξεπηδά ένα ποτάμι κρυστάλλινο. Το νερό έτρεχε ορμητικά προς τη Δύση, περνώντας πάνω από βουνά και δάση, μέχρι που έφτασε σε μια απέραντη πεδιάδα που την αγκάλιαζαν δύο μεγάλα ποτάμια.
«Τι είναι αυτό το νερό;» ρώτησε η Έμεσε με κομμένη την ανάσα. «Θα πνίξει το λαό μου;»
«Όχι,» είπε το Τουρούλ, και τα μάτια του άστραψαν σαν κεχριμπάρι. «Αυτό το ποτάμι είναι το αίμα σου. Είναι οι βασιλιάδες που θα γεννηθούν από σένα. Κοίτα καλύτερα.»
Η Έμεσε κοίταξε μέσα στο νερό και είδε σκιές αντρών με χρυσά στέμματα. Είδε τον Άλμος, τον γιο της, και μετά τον Άρπαντ. Τους είδε να οδηγούν χιλιάδες άλογα μέσα από τα περάσματα των Καρπαθίων.