Η Παπούα Νέα Γουινέα διαθέτει έναν από τους πιο πλούσιους κόσμους προφορικής λογοτεχνίας στον πλανήτη. Τα έπη και οι μύθοι τους δεν είναι απλώς παραμύθια, αλλά η «βίβλος» κάθε φυλής, που εξηγεί
πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, πώς πρέπει να συμπεριφέρονται οι άνθρωποι και ποια είναι η σχέση τους με τα πνεύματα.
Ακολουθούν οι πιο σημαντικές κατηγορίες και παραδείγματα από τα έπη και τους μύθους τους:
1. Τα Έπη των Υψιπέδων (Highland Epics)
Στις περιοχές των Highlands, υπάρχουν επαγγελματίες αφηγητές που ψάλλουν τεράστια επικά ποιήματα, γνωστά ως "Moka" ή "Tom Yaya Kange".
Η δομή: Αυτά τα έπη μπορεί να αποτελούνται από χιλιάδες στίχους. Ο αφηγητής χρησιμοποιεί μια ειδική, ρυθμική φωνή που διαφέρει από την καθημερινή ομιλία.
Η θεματολογία: Εξιστορούν τα κατορθώματα ηρώων που ταξιδεύουν σε μακρινούς τόπους, παλεύουν με τέρατα, κερδίζουν πλούτη (όπως ιερά κοχύλια και χοίρους) και επιστρέφουν για να σώσουν τη φυλή τους. Είναι η "Οδύσσεια" του Ειρηνικού.
2. Ο Μύθος της Δημιουργίας και ο Κροκόδειλος (Ποταμός Sepik)
Στον ποταμό Sepik, η κοσμογονία τους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον κροκόδειλο (όπως είδαμε και στο τύμπανο Apa).
Ο Μύθος: Πιστεύουν ότι ο κόσμος ήταν κάποτε μια απέραντη θάλασσα. Ένας γιγάντιος κροκόδειλος κολυμπούσε σε αυτήν, μέχρι που η πλάτη του έγινε η ξηρά και τα λέπια του έγιναν τα βουνά και οι λόφοι.
Η Τελετουργία: Οι άνδρες της περιοχής υποβάλλονται σε επώδυνες τελετές "σκαριφήματος" (scarification) στο δέρμα τους, ώστε οι ουλές να μοιάζουν με το δέρμα του κροκόδειλου, τιμώντας έτσι τον μυθικό τους πρόγονο.
3. Το Πουλί του Παραδείσου και η Πηγή του Φωτός
Πολλοί μύθοι εξηγούν τη φύση μέσα από τα μάτια των πουλιών.
Ο Μύθος: Λέγεται ότι το Πουλί του Παραδείσου (το εθνικό σύμβολο της χώρας) ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που μεταμορφώθηκε για να μεταφέρει τον ήλιο στον ουρανό. Τα φανταχτερά του χρώματα είναι το «αποτύπωμα» της φωτιάς του ήλιου πάνω στα φτερά του.
4. Οι Μύθοι των Πνευμάτων (Ancestral Spirits)
Οι κάτοικοι πιστεύουν ότι οι πρόγονοι δεν πεθαίνουν ποτέ πραγματικά, αλλά μεταμορφώνονται σε πνεύματα που κατοικούν σε δέντρα, ποτάμια ή βράχους.
Ιστορίες Διδαχής: Πολλοί μύθοι περιγράφουν τι συμβαίνει όταν κάποιος προσβάλλει ένα πνεύμα του δάσους. Αυτές οι ιστορίες λειτουργούν ως «οικολογικοί κώδικες», διδάσκοντας τον σεβασμό στη φύση και τη βιώσιμη χρήση των πόρων της ζούγκλας.
5. Οι "Huli Wigmen" και οι Ουράνιοι Πρόγονοι
Η φυλή Huli έχει έναν πολύπλοκο μύθο για τον Hela, τον κοινό πρόγονο όλων των φυλών των Highlands.
Η Ιστορία: Ο Hela είχε τέσσερις γιους (Opene, Huli, Duna, Tuguba). Ο μύθος περιγράφει πώς ο καθένας πήρε μια διαφορετική περιοχή και πώς οι παραδόσεις τους (όπως η κατασκευή των περίφημων περουκών από ανθρώπινα μαλλιά) δόθηκαν σε αυτούς από τα πνεύματα των βουνών.
Γιατί αυτοί οι μύθοι είναι μοναδικοί;
Δεν είναι στατικοί: Οι αφηγητές συχνά προσθέτουν σύγχρονα στοιχεία στους αρχαίους μύθους για να τους κάνουν επίκαιρους.
Είναι "ιδιοκτησία": Κάποιες ιστορίες είναι «πνευματική ιδιοκτησία» συγκεκριμένων οικογενειών. Κανείς άλλος δεν επιτρέπεται να τις αφηγηθεί χωρίς άδεια.
Σύνδεση με τη Μουσική: Όπως αναφέραμε, οι περισσότεροι από αυτούς τους μύθους εκτελούνται με τη συνοδεία του Kundu, κάνοντας την αφήγηση μια ολοκληρωμένη καλλιτεχνική εμπειρία.
Αυτός ο μυθολογικός πλούτος είναι που δίνει βάθος στη μουσική τους. Κάθε χτύπημα του τυμπάνου είναι μια λέξη από ένα έπος που κρατάει χιλιάδες χρόνια.
Το Τραγούδι που Έσκισε την Ομίχλη
(Το Έπος του Tom Yaya και οι Φύλακες των Υψιπέδων)
Πριν από αμέτρητες γενιές, όταν ο κόσμος ήταν ακόμα νέος και τα βουνά της Παπούα Νέα Γουινέα δεν είχαν ακόμα ονόματα, η σιωπή ήταν μια ζωντανή οντότητα. Στα Υψίπεδα, εκεί που τα δέντρα είναι ντυμένα με βρύα και οι κορυφές ξύνουν τον ουρανό, οι άνθρωποι πίστευαν πως αν σταματήσεις να μιλάς για τους προγόνους σου, εκείνοι χάνονται για πάντα μέσα στα σύννεφα.
Σε ένα χωριό σκαρφαλωμένο στις πλαγιές των βουνών Enga, ζούσε ένας νεαρός που τον έλεγαν Tom Yaya. Ο Tom δεν ήταν ο πιο δυνατός πολεμιστής, ούτε είχε τα περισσότερα γουρούνια για να επιδείξει τον πλούτο του στις μεγάλες γιορτές. Είχε όμως ένα χάρισμα που πολλοί ζήλευαν: η φωνή του είχε το βάθος του κεραυνού και τη γλυκύτητα του νερού που κυλά στις πέτρες. Από μικρό παιδί, καθόταν δίπλα στους γέροντες και ρουφούσε κάθε λέξη από τα αρχαία έπη, τις ιστορίες που διηγούνταν πώς οι άνθρωποι έγιναν ένα με τη γη.
Μια μέρα, ο ήλιος δεν ανέτειλε ποτέ. Μια πυκνή, γκρίζα ομίχλη, παχύρρευστη σαν λάσπη, άρχισε να καταπίνει τις κοιλάδες. Δεν ήταν μια συνηθισμένη ομίχλη. Ήταν η «Λήθη», ένα πνεύμα που γεννήθηκε από την αδιαφορία των ανθρώπων για το παρελθόν τους. Καθώς η ομίχλη άπλωνε τα δάχτυλά της, οι άνθρωποι άρχισαν να ξεχνούν. Ξέχασαν τα ονόματα των πατέρων τους, ξέχασαν πώς να φυτεύουν τη γλυκοπατάτα, ξέχασαν ακόμα και τη δική τους φωνή. Η σιωπή έγινε ένας πνιγηρός μανδύας που απειλούσε να σβήσει τη ζωή από τα Υψίπεδα.
Ο Tom Yaya, βλέποντας τους γείτονές του να περιπλανώνται σαν σκιές, κατάλαβε πως μόνο ένας ήχος μπορούσε να τρυπήσει αυτό το σκοτάδι. Πήρε το Kundu του, ένα τύμπανο σκαλισμένο από το πιο σκληρό ξύλο του δάσους, καλυμμένο με το δέρμα μιας ιερής σαύρας. Το κούρδισε προσεκτικά με σφαιρίδια από κερί μέλισσας, μέχρι που κάθε χτύπημα αντηχούσε σαν την ίδια την καρδιά του βουνού.
«Πρέπει να βρω την Κορυφή του Κόσμου», είπε στον εαυτό του. «Μόνο από εκεί το τραγούδι μου θα φτάσει στα αυτιά των Πνευμάτων».
Το ταξίδι ήταν εφιαλτικό. Η ομίχλη προσπαθούσε να τον παραπλανήσει, ψιθυρίζοντας του ψέματα, λέγοντας του πως ο δρόμος δεν έχει τέλος και πως η προσπάθειά του είναι μάταιη. Ο Tom όμως δεν σταμάτησε. Σε κάθε βήμα, χτυπούσε το Kundu του. Τουμ-τουμ... Τουμ-τουμ... Ο ρυθμός τον κρατούσε ξύπνιο, τον κρατούσε ζωντανό.
Όταν έφτασε επιτέλους στην πιο ψηλή κορυφή, εκεί που ο αέρας είναι τόσο λεπτός που η ανάσα γίνεται κρύσταλλο, ο Tom στάθηκε όρθιος. Η ομίχλη τον κύκλωσε, προσπαθώντας να του πνίξει το λαρύγγι. Τότε, εκείνος ξεκίνησε το Μεγάλο Έπος.
«Ακούστε με!» φώναξε, και η φωνή του σκίστηκε στα δύο. «Δεν είμαι μόνος μου εδώ! Μαζί μου σέρνω τις σκιές των πατέρων μου! Καλώ τον Hela, τον πρώτο των πρώτων, που έφερε τη φωτιά από τα έγκατα της γης! Καλώ τον Huli, που έφτιαξε περούκες από τα φτερά του ήλιου!»
Άρχισε να τραγουδά τη γενεαλογία της φυλής του. Ονομάτιζε κάθε πρόγονο, κάθε μάχη που δόθηκε, κάθε σοδειά που μοιράστηκε. Καθώς τραγουδούσε, το Kundu του άρχισε να λάμπει. Κάθε χτύπημα του τυμπάνου ήταν σαν ένας σπινθήρας που πετούσε μέσα στην ομίχλη. Οι στίχοι του έγιναν ένα δίχτυ από φως που άρχισε να τραβά την ομίχλη προς τα κάτω, να την ξεσκίζει, να την κάνει κομμάτια.
Πέρασαν μέρες και νύχτες. Ο Tom Yaya δεν ένιωθε πια πείνα ή κούραση. Η φωνή του είχε γίνει ο ίδιος ο άνεμος. Τραγούδησε για το Πουλί του Παραδείσου που δάνεισε τα χρώματά του στους ανθρώπους για να μη φοβούνται το σκοτάδι. Τραγούδησε για τα ποτάμια που είναι οι φλέβες της γης. Τραγούδησε για την αγάπη μιας μάνας που νανουρίζει το παιδί της κάτω από τα φύλλα της μπανάνας.
Ξαφνικά, ένας κεραυνός έσκισε τον ουρανό. Ήταν η απάντηση των Πνευμάτων. Η ομίχλη άρχισε να υποχωρεί με έναν αναστεναγμό που ακούστηκε σε όλες τις κοιλάδες. Ο ήλιος ξεπρόβαλε ξανά, πιο λαμπρός από ποτέ, και το φως του έπεσε πάνω στα Υψίπεδα, ζωντανεύοντας τα χρώματα και τις μνήμες των ανθρώπων.
Όταν ο Tom Yaya επέστρεψε στο χωριό του, οι άνθρωποι τον υποδέχτηκαν με δάκρυα στα μάτια. Είχαν ξαναβρεί τα ονόματά τους. Είχαν ξαναβρεί την ιστορία τους. Ο Tom όμως δεν ήταν πια ο ίδιος. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει από την προσπάθεια και τα μάτια του έλαμπαν με μια γνώση που δεν ανήκε σε αυτόν τον κόσμο.
Από εκείνη τη μέρα, στα Υψίπεδα της Παπούα Νέα Γουινέα, γεννήθηκε η παράδοση των Μεγάλων Αφηγητών. Κάθε φορά που η «Λήθη» απειλεί να σκεπάσει τις καρδιές των ανθρώπων, ένας άνδρας παίρνει το Kundu του, κάθεται δίπλα στη φωτιά και ξεκινά το έπος του Tom Yaya. Γιατί όλοι ξέρουν πια το μεγάλο μυστικό: όσο το τύμπανο ηχεί και όσο τα ονόματα των προγόνων τραγουδιούνται, ο κόσμος δεν θα χαθεί ποτέ στη σιωπή.Και λένε πως αν βρεθείς στα βουνά μια νύχτα με πολλή ομίχλη, αν μείνεις απόλυτα ήσυχος, μπορείς ακόμα να ακούσεις τον μακρινό, ρυθμικό χτύπο ενός τυμπάνου. Είναι ο Tom Yaya, που ακόμα και τώρα, από τον κόσμο των Πνευμάτων, συνεχίζει να τραγουδά για να κρατά τον ουρανό στη θέση του.
Ιστορία Δεύτερη: Ο Μεγάλος Κροκόδειλος και η Γέννηση της Στεριάς
(Ο μύθος του Ποταμού Sepik και η θυσία του Πρωτόγονου Ερπετού)
Πριν από χιλιάδες χρόνια, όταν ο κόσμος ήταν ακόμα ένα απέραντο, σκοτεινό ποτάμι χωρίς όχθες, δεν υπήρχε ούτε ένα κομμάτι γης για να σταθεί άνθρωπος. Τα πάντα ήταν νερό και ουρανός, και ανάμεσά τους βασίλευε η απόλυτη μοναξιά. Μέσα σε αυτό το απύθμενο ποτάμι ζούσε ο Nggwal, ο Μεγάλος Κροκόδειλος, του οποίου το σώμα ήταν τόσο τεράστιο που η ουρά του μπορούσε να προκαλέσει παλίρροια και τα μάτια του έφεγγαν σαν δύο χλωμά φεγγάρια κάτω από την επιφάνεια του νερού.
Ο Nggwal ήταν ο φύλακας των υδάτων, όμως η καρδιά του ήταν βαριά. Έβλεπε τα πνεύματα των ανθρώπων να περιπλανώνται πάνω από το νερό σαν ατμός, χωρίς να έχουν ένα μέρος να ριζώσουν, χωρίς ένα μέρος να χτίσουν τις εστίες τους. Τότε, πήρε μια απόφαση που θα άλλαζε τον κόσμο για πάντα: αποφάσισε να προσφέρει το ίδιο του το σώμα για να γίνει το σπίτι της ανθρωπότητας.
Η Μεταμόρφωση
Με έναν βρυχηθμό που έκανε τα θεμέλια του σύμπαντος να τρέμουν, ο Nggwal αναδύθηκε από τα βάθη. Άπλωσε τα στιβαρά του πόδια και άρχισε να σπρώχνει το νερό μακριά. Καθώς το σώμα του άρχισε να στεγνώνει κάτω από τον καυτό ήλιο του Ειρηνικού, συνέβη το θαύμα.
Η τραχιά του ράχη, γεμάτη με σκληρά λέπια, άρχισε να υψώνεται και να μεταμορφώνεται στις απόκρημνες κορυφές των βουνών. Η κοιλιά του, μαλακή και πλατιά, έγινε οι εύφορες κοιλάδες και οι πεδιάδες. Οι πτυχές του δέρματός του έγιναν οι κοίτες των ποταμών, και το αίμα του, που κύλησε ζεστό και δυνατό, έγινε ο ίδιος ο ποταμός Sepik, η αρτηρία που δίνει ζωή στο νησί μέχρι σήμερα.
Οι άνθρωποι, που μέχρι τότε ήταν απλά ψίθυροι στον άνεμο, βρήκαν επιτέλους στεριά. Πάτησαν πάνω στη ράχη του Nggwal και άρχισαν να χτίζουν τα χωριά τους. Όμως ο Μεγάλος Κροκόδειλος δεν είχε πεθάνει· είχε απλώς αποκοιμηθεί, μετατρέποντας τον εαυτό του στη γη που τους έτρεφε.
Το Σπίτι των Πνευμάτων και ο Ήχος του Garamut
Για να τιμήσουν αυτή τη θυσία, οι πρώτοι άνθρωποι έχτισαν τα Haus Tambaran, τα Σπίτια των Πνευμάτων. Ήταν ψηλά κτίρια με στέγες που έφταναν ως τον ουρανό, σκαρλιμένα έτσι ώστε να θυμίζουν το κεφάλι του Nggwal. Μέσα σε αυτά τα σκοτεινά και ιερά μέρη, οι τεχνίτες άρχισαν να κατασκευάζουν τα τύμπανα Garamut.
Το Garamut δεν ήταν ένα απλό τύμπανο. Ήταν ένας κορμός δέντρου σκαλισμένος με τέτοιο τρόπο ώστε να μιμείται το σώμα του κροκόδειλου. Όταν οι άνδρες της φυλής χτυπούσαν το Garamut με τα ξύλινα ραβδιά τους, ο ήχος που έβγαινε δεν ήταν μουσική· ήταν ο βαθύς, υπόκωφος βρυχηθμός του Nggwal που μιλούσε μέσα από τη γη.
«Ακούστε!» έλεγαν οι γέροντες στα παιδιά. «Ο Μεγάλος Πατέρας αναπνέει κάτω από τα πόδια μας. Μας θυμίζει πως η γη δεν μας ανήκει, αλλά εμείς ανήκουμε στη γη».
Η Τελετή του Δέρματος
Το παραμύθι λέει πως ο Nggwal ζήτησε ένα αντάλλαγμα για τη θυσία του. Ήθελε οι άνθρωποι να φέρουν πάνω τους το σημάδι του, ώστε να μην ξεχάσουν ποτέ την καταγωγή τους. Έτσι γεννήθηκε η τελετή της μύησης.
Οι νέοι άνδρες του Sepik, όταν έφταναν στην ηλικία που έπρεπε να γίνουν πολεμιστές, έμπαιναν στο Σπίτι των Πνευμάτων. Εκεί, κάτω από τους ήχους των Garamut που δονούσαν τον αέρα, οι γέροντες χάραζαν το δέρμα στην πλάτη και το στήθος των νέων με εκατοντάδες μικρές τομές. Καθώς οι πληγές επουλώνονταν, οι ουλές σχημάτιζαν μοτίβα που έμοιαζαν ακριβώς με το δέρμα του κροκόδειλου.
«Τώρα είστε παιδιά του ποταμού», ψιθύριζαν οι αφηγητές. «Τώρα το δέρμα σας είναι το δέρμα της γης».
Ο Κροκόδειλος που Περιμένει
Μέχρι σήμερα, οι άνθρωποι στον Sepik ζουν με το αυτί κολλημένο στο νερό. Λένε πως αν κάποιος είναι άπληστος, αν πληγώσει τη φύση ή αν ξεχάσει τους προγόνους του, ο Nggwal μπορεί να ξυπνήσει. Μια μικρή κίνηση της ουράς του αρκεί για να προκαλέσει σεισμό, και ένα ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων του μπορεί να φέρει την πλημμύρα που θα πνίξει τα πάντα.
Το παραμύθι του Κροκόδειλου διδάσκει πως κάθε άνθρωπος είναι ένας ταξιδιώτης πάνω στη ράχη ενός αρχαίου όντος. Η μουσική των τυμπάνων Garamut είναι η υπόσχεση που δίνουν οι άνθρωποι στον Nggwal: «Θα σε θυμόμαστε. Θα σε τραγουδάμε. Θα προσέχουμε το σώμα σου, όπως εσύ προσέχεις το δικό μας».
Και έτσι, στις όχθες του μεγάλου ποταμού, ο ήχος του ξύλου που χτυπά πάνω στο ξύλο συνεχίζει να αντηχεί μέσα στη ζούγκλα, μεταφέροντας το μήνυμα πως η ζωή ξεκίνησε από μια πράξη αγάπης ενός ερπετού που διάλεξε να γίνει πατρίδα.
Ιστορία Τρίτη: Το Πουλί του Παραδείσου και το Δώρο των Χρωμάτων
(Ο μύθος για την καταγωγή του Bilas και την πηγή του φωτός)
Πριν από πολλούς, πολλούς καιρούς, όταν ο κόσμος ήταν ακόμα ασπρόμαυρος, όλα ήταν γκρίζα και θλιμμένα. Ο ουρανός ήταν μια μόνιμη ομίχλη, τα δέντρα ήταν απλώς σκιές και οι άνθρωποι ζούσαν χωρίς χαρά, γιατί δεν υπήρχε το χρώμα για να τους ζεστάνει την καρδιά. Στο κέντρο αυτού του γκρίζου κόσμου ζούσε ο Kumul, ένα πουλί που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Αν και ήταν ασπρόμαυρο όπως όλα τα άλλα πλάσματα, είχε μια ψυχή που λαχταρούσε το φως.
Ο Kumul έβλεπε τους ανθρώπους να κάθονται γύρω από τις φωτιές, προσπαθώντας να κλέψουν λίγο από το χρώμα της φλόγας, και ένιωθε μια βαθιά θλίψη. Πίστευε πως ο ουρανός έκρυβε ένα μεγάλο μυστικό: μια πηγή φωτός που μπορούσε να θεραπεύσει τον κόσμο.
Η Πτήση προς τον Ήλιο
Μια μέρα, ο Kumul πήρε μια απόφαση. Αποχαιρέτησε τους φίλους του και άρχισε να πετάει προς τα πάνω, προς την καρδιά της γρίζας ομίχλης. Πετούσε για μέρες, ψηλότερα από όσο είχε πετάξει ποτέ κανένα πουλί. Τα φτερά του κούραζαν, η ανάσα του λιγόστευε, αλλά η λαχτάρα του για το φως τον κρατούσε ζωντανό.
Ξαφνικά, η ομίχλη διαλύθηκε. Μπροστά του, ο Kumul είδε τον Ήλιο, έναν τεράστιο, κρυστάλλινο τροχό που στροβιλιζόταν και έβγαζε φωτιά. Όμως δεν ήταν μια απλή φωτιά. Ήταν μια φωτιά φτιαγμένη από όλα τα χρώματα που μπορεί να φανταστεί κανείς: κόκκινο της φωτιάς, πορτοκαλί του ηλιοβασιλέματος, κίτρινο του χρυσού, πράσινο της ζούγκλας, μπλε της θάλασσας και μωβ της νύχτας.
«Τι ζητάς, μικρό πουλί;» βρυχήθηκε ο Ήλιος, και η φωνή του ήταν σαν χίλιοι κεραυνοί. «Ζητώ ένα δώρο για τον κόσμο μου», απάντησε ο Kumul, τρέμοντας από τον φόβο αλλά και από το δέος. «Δώσε μου λίγο από το χρώμα σου, για να διώξω τη θλίψη των ανθρώπων».
Η Θυσία και η Μεταμόρφωση
Ο Ήλιος χαμογέλασε, και το χαμόγελό του ήταν τόσο ζεστό που ο Kumul ένιωσε τα φτερά του να αρχίζουν να λιώνουν. «Η τιμή για το δώρο των χρωμάτων είναι υψηλή», είπε ο Ήλιος. «Πρέπει να αφήσεις ένα κομμάτι του εαυτού σου εδώ, για να κρατήσεις τον ουρανό στη θέση του».
Ο Kumul, χωρίς να διστάσει, συμφώνησε. Τότε, ο Ήλιος πήρε μια ακτίνα φωτός και την έριξε πάνω στο πουλί. Έγινε μια έκρηξη που έσκισε τη σιωπή του ουρανού.
Σε μια στιγμή, ο ασπρόμαυρος Kumul μεταμορφώθηκε. Τα φτερά του έγιναν ένα μωσαϊκό από όλα τα χρώματα του Ήλιου. Τα φτερά της ουράς του μεγάλωσαν και έγιναν σαν πύρινες φλόγες σε αποχρώσεις του κόκκινου, του πορτοκαλί και του κίτρινου. Το στήθος του βάφτηκε με το πράσινο του σμαραγδιού, και το κεφάλι του με το χρυσό της αυγής. Ο Kumul δεν ήταν πια ένα απλό πουλί. Ήταν ο Φύλακας των Χρωμάτων.
Όταν επέστρεψε στη γη, η ομίχλη υποχώρησε μπροστά του. Καθώς πετούσε πάνω από τη ζούγκλα, τα χρώματα από τα φτερά του άρχισαν να πέφτουν σαν βροχή. Εκεί που έπεφτε ένα κόκκινο φτερό, γεννιόταν μια φλόγα. Εκεί που έπεφτε ένα πράσινο, τα φύλλα των δέντρων γίνονταν σμαραγδένια. Εκεί που έπεφτε ένα μπλε, τα ποτάμια και οι θάλασσες αποκτούσαν το χρώμα του ουρανού. Ο κόσμος ζωντάνεψε.
Η Παράδοση του Bilas
Οι άνθρωποι, βλέποντας αυτό το θαύμα, ένιωσαν μια απέραντη χαρά. Κατάλαβαν πως ο Kumul είχε θυσιαστεί για να τους δώσει το δώρο της ομορφιάς. Για να τον τιμήσουν, άρχισαν να κατασκευάζουν τις στολές τους, το Bilas, μιμούμενοι τα χρώματα και τα φτερά του Πουλιού του Παραδείσου.
Σε κάθε Sing-Sing, όταν οι χορευτές στολίζονται με φτερά και χρώματα, δεν το κάνουν για να φαίνονται όμορφοι. Το κάνουν για να γίνουν οι ίδιοι ο Kumul. Κάθε φτερό στο κεφάλι τους είναι μια υπόσχεση πως δεν θα ξεχάσουν ποτέ τη θυσία του, πως θα προσέχουν τα χρώματα του κόσμου, και πως θα συνεχίσουν να τραγουδούν για να κρατούν τον ήλιο στη θέση του.
Και λένε πως αν κοιτάξεις προσεκτικά το Πουλί του Παραδείσου όταν χορεύει στη ζούγκλα, μπορείς ακόμα να δεις τις μικρές φλόγες που άφησε ο Ήλιος πάνω στα φτερά του. Είναι το σημάδι πως η ομορφιά είναι το πιο ισχυρό δώρο, ένα δώρο που κερδήθηκε με αγάπη και θυσία κάτω από τους ουρανούς της Παπούα Νέα Γουινέα.Η τέταρτη και τελευταία ιστορία μας οδηγεί στο πιο βαθύ σημείο της ζούγκλας, εκεί που οι σκιές των δέντρων είναι πιο πυκνές από το σκοτάδι και οι ρίζες ψιθυρίζουν τα ονόματα εκείνων που έφυγαν. Είναι το παραμύθι για την αιώνια σύνδεση των ζωντανών με τους προγόνους, μια ιστορία που εξηγεί γιατί κάθε δέντρο στην Παπούα Νέα Γουινέα έχει μια ψυχή.
Ιστορία Τετάρτη: Οι Φύλακες των Ριζών και το Δέντρο της Μνήμης
(Ο μύθος για τα Πνεύματα των Προγόνων και την Ιερή Σιωπή του Δάσους)
Πριν από πολύ καιρό, οι άνθρωποι πίστευαν πως ο θάνατος ήταν ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Όταν κάποιος έφευγε από τη ζωή, η οικογένειά του ένιωθε πως τον έχανε για πάντα μέσα στο απέραντο πράσινο της ζούγκλας. Όμως, σε ένα μικρό χωριό κοντά στις εκβολές του ποταμού Fly, ζούσε μια σοφή γυναίκα, η Moale, η οποία μπορούσε να ακούσει τον ήχο που κάνει το χώμα όταν αναπνέει.
Η Moale έβλεπε τους ανθρώπους να θρηνούν και να φοβούνται το σκοτάδι του δάσους. Αποφάσισε λοιπόν να ρωτήσει το Παλαιότερο Δέντρο, μια γιγάντια σεκόγια που οι ρίζες της έφταναν μέχρι το κέντρο της γης, πού πηγαίνουν οι ψυχές εκείνων που αγαπήσαμε.
Η Συνομιλία με το Δάσος
Μια νύχτα με πανσέληνο, η Moale ακούμπησε το αυτί της στον κορμό του αρχαίου δέντρου. Μετά από πολλή ώρα, ένιωσε μια δόνηση. Το δέντρο άρχισε να μιλά, όχι με λέξεις, αλλά με έναν ήχο που έμοιαζε με το θρόισμα χιλιάδων φύλλων.
«Κανείς δεν χάνεται πραγματικά, Moale», ψιθύρισε το δέντρο. «Οι άνθρωποι είναι σαν τα φύλλα. Πέφτουν στο χώμα, αλλά οι ρίζες τους παραμένουν. Όταν ένας πρόγονος φεύγει, δεν πηγαίνει μακριά. Γίνεται ο φύλακας του δάσους. Γίνεται το δέντρο που σας δίνει σκιά, το πουλί που σας προειδοποιεί για τον κίνδυνο, το νερό που δροσίζει τα χείλη σας».
Η Γέννηση του Τοτέμ
Το δέντρο έδωσε στη Moale ένα μάθημα: «Για να μη νιώθετε μόνοι, πρέπει να διαλέξετε έναν προστάτη. Κάθε οικογένεια θα έχει ένα πνεύμα-οδηγό. Άλλοι θα έχουν τον Αετό, άλλοι τον Κροκόδειλο, άλλοι το Φίδι και άλλοι το Δέντρο του Ψωμιού. Αυτό το πνεύμα θα είναι ο καθρέφτης των προγόνων σας».
Η Moale επέστρεψε στο χωριό και μάζεψε όλους τους κατοίκους. Τους δίδαξε πως η ζούγκλα δεν είναι ένας τόπος φόβου, αλλά ένας ιερός ναός όπου οι πρόγονοι κατοικούν ως πνεύματα (Tambaran). Τους έμαθε πως όταν χρειάζονται συμβουλή, πρέπει να σωπαίνουν και να ακούν τον άνεμο.
Η Μουσική των Πνευμάτων
Από εκείνη τη μέρα, η σχέση των ανθρώπων με τη φύση άλλαξε. Όταν ένας τεχνίτης ήθελε να φτιάξει ένα τύμπανο Kundu, ζητούσε πρώτα συγγνώμη από το δέντρο που θα έκοβε. «Σε παίρνω από το δάσος», έλεγε, «για να σου δώσω μια νέα φωνή. Τώρα θα τραγουδάς για την οικογένειά μου, και το πνεύμα του πατέρα μου θα κατοικεί μέσα στο ξύλο σου».
Έτσι, η μουσική έγινε το κανάλι επικοινωνίας με τον άλλο κόσμο. Όταν το τύμπανο ηχεί, οι άνθρωποι πιστεύουν πως οι πρόγονοι κατεβαίνουν από τα κλαδιά και χορεύουν ανάμεσά τους. Η σιωπή του δάσους δεν ήταν πια άδεια· ήταν γεμάτη από την παρουσία εκείνων που υπήρξαν πριν από εμάς.
Ο Κώδικας του Σεβασμού
Το παραμύθι της Moale δίδαξε στους ανθρώπους τον απόλυτο σεβασμό. «Αν πληγώσεις το δέντρο χωρίς λόγο, πληγώνεις έναν πρόγονο», έλεγαν. Αυτός ο μύθος έγινε ο νόμος της γης. Κάθε ζώο, κάθε πέτρα και κάθε ποτάμι απέκτησε μια ιερή ταυτότητα. Οι πρόγονοι έγιναν οι αόρατοι δικαστές που φρόντιζαν να παραμείνει η ζούγκλα ζωντανή και πλούσια.
Ακόμα και σήμερα, όταν ένας Παπουάνος περπατά στο δάσος, νιώθει τα μάτια των πνευμάτων πάνω του. Ξέρει πως κάτω από κάθε ρίζα κρύβεται μια ιστορία και πίσω από κάθε κελάηδισμα κρύβεται ένας χαιρετισμός από το παρελθόν.
Το παραμύθι τελειώνει με μια υπόσχεση που δίνουν οι ζωντανοί στους νεκρούς: «Όσο σας θυμόμαστε, θα είστε το δάσος μας. Και όταν έρθει η ώρα μας, θα γίνουμε κι εμείς οι ρίζες που θα κρατούν τα παιδιά μας όρθια».






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου