AUGUST MALMSTRÖM
Ο καλλιτέχνης επικεντρώνεται στην αντίθεση μεταξύ της τραχιάς φιγούρας του Heimer και της αιθέριας παρουσίας της μικρής Aslög. Ο Heimer, με τα μακριά λευκά γένια και την κόκκινη καλύπτρα, σκύβει πάνω από την τεράστια άρπα του — η οποία, σύμφωνα με τον μύθο, ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να κρύβει το παιδί στο εσωτερικό της κατά τη διάρκεια των ταξιδιών τους.
Η Ατμόσφαιρα: Το τοπίο είναι τυπικό του σκανδιναβικού ρομαντισμού, με τα απόκρημνα βουνά να χάνονται μέσα στην ομίχλη και το χρυσό φως να αντανακλάται στα σύννεφα. Η φύση δεν είναι απλώς ένα φόντο, αλλά συμμετέχει στη σιωπηλή
υπόσχεση προστασίας που δίνει ο γέροντας στο παιδί.Ο Συμβολισμός: Η άρπα συμβολίζει την τέχνη και την απόκρυψη. Είναι το μέσο επιβίωσής τους, αλλά και το "καταφύγιο" της Aslög. Η μικρή μορφή της, ντυμένη στα λευκά, φωτίζεται έντονα, υποδηλώνοντας την ευγένεια της καταγωγής της και την αθωότητα που ο Heimer ορκίστηκε να διαφυλάξει.
Η Τεχνική: Ο Malmström χρησιμοποιεί απαλές πινελιές και μια παλέτα γήινων χρωμάτων που ζεσταίνονται από τις αποχρώσεις του ηλιοβασιλέματος. Η λεπτομέρεια στην απόδοση των υφασμάτων και των χορδών της άρπας προσδίδει μια αίσθηση ρεαλισμού στο κατά τα άλλα παραμυθένιο θέμα.
Ο πίνακας αποτελεί μια συγκινητική απεικόνιση της αφοσίωσης και της θυσίας, αποτυπώνοντας τη στιγμή που η μουσική και η φύση γίνονται ένα για να καλύψουν τα ίχνη μιας εξόριστης πριγκίπισσας.
Ο ΜΥΘΟΣ
Η ιστορία του Βασιλιά Heimer και της Aslög αποτελεί έναν από τους πιο συγκινητικούς και επικούς κύκλους της σκανδιναβικής μυθολογίας, συνδέοντας το τέλος των μεγάλων ηρώων, όπως ο Sigurd (Σίγκουρντ) ο εξολοθρευτής του δράκου Φάφνιρ, με την αρχή των δυναστειών των Βίκινγκ.
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΚΡΥΨΗ
Ο μύθος ξεκινά μέσα στις στάχτες μιας τραγωδίας. Η Aslög ήταν κόρη του Sigurd και της Brynhildr (Βρυνχίλδης), της θρυλικής Βαλκυρίας. Μετά τον τραγικό θάνατο των γονιών της, η μοίρα της μικρής πριγκίπισσας κρεμόταν από μια κλωστή, καθώς οι εχθροί της οικογένειάς της επιζητούσαν να αφανίσουν τη γενιά των Volsung. Ο Heimer, ο πατριός της Brynhildr και ένας πανίσχυρος βασιλιάς, ανέλαβε το βάρος της προστασίας της. Συνειδητοποιώντας ότι ένας στρατός δεν θα μπορούσε να την κρύψει από την εκδικητικότητα των εχθρών, επέλεξε τον δρόμο της παραπλάνησης.
Κατασκεύασε μια τεράστια, χρυσή άρπα, με κοίλο σώμα, αρκετά ευρύχωρο ώστε να χωράει το μικρό κορίτσι μαζί με μερικά πολύτιμα αντικείμενα και πλούσια ρούχα. Μεταμφιεσμένος σε φτωχό, περιπλανώμενο μουσικό, ο Heimer εγκατέλειψε τον θρόνο του και άρχισε να περιπλανιέται στα σκανδιναβικά δάση. Κάθε φορά που έφτανε σε ερημικές τοποθεσίες, έβγαζε την Aslög από την άρπα για να την ταΐσει και να την αφήσει να παίξει στο χορτάρι. Η άρπα δεν ήταν μόνο το κρησφύγετό της, αλλά και το σύμβολο μιας χαμένης βασιλικής δόξας που ταξίδευε ανώνυμα μέσα στη λάσπη και τη βροχή.
Το ταξίδι τους ήταν μια συνεχής μάχη με την πείνα και τον φόβο της ανακάλυψης. Ο Heimer, ένας κάποτε κραταιός πολεμιστής, υπέμενε τις κακουχίες με μοναδικό σκοπό να φτάσει σε ασφαλές έδαφος. Η Aslög μεγάλωνε μέσα στη σιωπή της άρπας, μαθαίνοντας τον κόσμο μέσα από τις μελωδίες που έπαιζε ο Heimer για να καλύπτει τους ψιθύρους της. Η σχέση τους, όπως αποτυπώνεται και στον πίνακα του Malmström, ήταν μια ιερή συμμαχία ανάμεσα στο γήρας που δύει και την παιδική ηλικία που κουβαλά την ελπίδα της αναγέννησης μιας ολόκληρης γενιάς.
ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ: Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΣΤΟ SPANGEREID
Η μοίρα τούς οδήγησε στο Spangereid της Νορβηγίας, σε ένα φτωχικό αγρόκτημα που ανήκε σε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, τον Áke και την Grima. Το ζευγάρι, αν και φτωχό, ήταν κυριευμένο από απληστία. Η Grima, παρατηρώντας τον ηλικιωμένο "μουσικό", παρατήρησε κάτι που της κίνησε την περιέργεια: από τις σχισμές της άρπας πρόβαλαν άκρες από πολυτελή υφάσματα, και τα χέρια του Heimer, παρά τη μεταμφίεσή του, δεν έμοιαζαν με χέρια ανθρώπου που είχε δουλέψει ποτέ τη γη.
Πείθοντας τον άντρα της ότι ο ξένος έκρυβε αμύθητους θησαυρούς μέσα στο μουσικό του όργανο, τον ώθησε στο έγκλημα. Ενώ ο Heimer κοιμόταν βαθιά, εξαντλημένος από το ταξίδι, ο Áke τον δολοφόνησε. Όταν όμως έσπασαν την άρπα, περιμένοντας να βρουν χρυσάφι και κοσμήματα, βρήκαν κάτι που δεν περίμεναν: ένα πανέμορφο, μικρό κορίτσι. Η απογοήτευση της Grima μετατράπηκε γρήγορα σε σκληρότητα. Για να καλύψουν το έγκλημά τους, αποφάσισαν να κρατήσουν την Aslög ως σκλάβα.
Την ονόμασαν "Kráka" (Κουρούνα), της έδωσαν τα πιο βρώμικα ρούχα και την ανάγκασαν να καλύπτει το κεφάλι της με μια κουκούλα για να κρύβει την απαράμιλλη ομορφιά της, φοβούμενοι ότι κάποιος θα αναγνώριζε την ευγενή καταγωγή της. Η Aslög έζησε για χρόνια μέσα στην ταπείνωση και τη σκληρή δουλειά, πιστεύοντας ότι η μοίρα της είχε σφραγιστεί για πάντα στην αφάνεια. Όμως, το αίμα των Volsung έρεε στις φλέβες της, και η σοφία που είχε αποκτήσει κατά την περιπλάνηση με τον Heimer την καθιστούσε διαφορετική από κάθε άλλη κοπέλα του χωριού.
ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ RAGNAR ΚΑΙ Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ
Η λύτρωση ήρθε με τη μορφή του θρυλικού Ragnar Lodbrok. Οι άντρες του Ragnar, πλέοντας κοντά στις ακτές, είδαν την Aslög (ως Kráka) ενώ εκείνη λουζόταν. Παρά τη λάσπη και τα κουρέλια, η ομορφιά της τους θάμπωσε τόσο, που ξέχασαν να προσέξουν το ψωμί που έψηναν, με αποτέλεσμα να καεί. Όταν ο Ragnar ζήτησε εξηγήσεις, εκείνοι του μίλησαν για την πιο όμορφη γυναίκα που είχαν δει ποτέ. Ο Ragnar, θέλοντας να δοκιμάσει την εξυπνάδα της, της έστειλε ένα μήνυμα με έναν γρίφο: την κάλεσε να τον επισκεφθεί στο πλοίο του "ούτε ντυμένη ούτε γυμνή, ούτε νηστική ούτε χορτάτη, ούτε μόνη ούτε με συντροφιά".
Η Aslög ανταποκρίθηκε με ευφυΐα: εμφανίστηκε τυλιγμένη σε ένα δίχτυ ψαρέματος (ούτε ντυμένη ούτε γυμνή), έχοντας δαγκώσει ένα κρεμμύδι (ούτε νηστική ούτε χορτάτη) και συνοδευόμενη από έναν σκύλο (ούτε μόνη ούτε με συντροφιά). Εντυπωσιασμένος από το πνεύμα της, ο Ragnar την παντρεύτηκε. Αν και αρχικά την πίστευε για κόρη φτωχών χωρικών, η Aslög του αποκάλυψε την αληθινή της ταυτότητα μόνο όταν χρειάστηκε να αποδείξει την αξία της απέναντι σε μια άλλη υποψήφια νύφη ευγενούς καταγωγής.
Η Aslög προφήτευσε ότι ο γιος τους θα γεννιόταν με το σημάδι ενός φιδιού στο μάτι, ως απόδειξη ότι ήταν εγγονός του Sigurd του Φιδιοκτόνου. Όταν γεννήθηκε ο Sigurd Snake-in-the-Eye, η αλήθεια έλαμψε. Η Aslög, η μικρή κοπέλα της άρπας, έγινε η μεγάλη βασίλισσα που συνέχισε το ένδοξο αίμα των ηρώων, δικαιώνοντας την αυτοθυσία του Heimer. Η ιστορία τους παραμένει ένας ύμνος στην προστασία της κληρονομιάς και στη δύναμη της εσωτερικής ευγένειας που δεν μπορεί να κρυφτεί, όση λάσπη κι αν ρίξει πάνω της η μοίρα.
ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΡΠΑΣ
Το κάστρο φλεγόταν στον ορίζοντα, αλλά ο Heimer δεν κοίταξε πίσω. Στην πλάτη του έφερε μια άρπα παράξενη, τεράστια, σκαλισμένη με δράκους που έμοιαζαν να φυλάνε ένα μυστικό. Όταν έφτασε στην άκρη του κατασκότεινου δάσους, ακούμπησε το όργανο στο χορτάρι και ψιθύρισε:
— «Μικρή μου Aslög, ο κόσμος έγινε πλέον πολύ μικρός για πριγκίπισσες. Μπορείς να βγεις για λίγο.»
Ένα κρυφό κλείστρο στην πλευρά της άρπας άνοιξε. Ένα μικρό κορίτσι με μάτια που έλαμπαν σαν γαλάζιοι πάγοι ξεπρόβαλε μέσα από τα μεταξωτά υφάσματα που ήταν στρωμένα στο εσωτερικό.
— «Γιατί τρέχουμε, Heimer;» ρώτησε η μικρή, κοιτάζοντας τα ροζιασμένα χέρια του γέροντα. «Γιατί δεν κοιμόμαστε πια σε κρεβάτια με πούπουλα;»
Ο Heimer πήρε το πρόσωπό της στις παλάμες του. Η φωνή του ήταν βαθιά, σαν το τρίξιμο του παλιού δρυός.
— «Γιατί το αίμα του πατέρα σου, του Sigurd, είναι πιο ακριβό από όλο το χρυσάφι του Βορρά. Εκείνοι που φοβούνται το σπαθί του, φοβούνται τώρα το δικό σου μέλλον. Από εδώ και πέρα, δεν είσαι η Aslög. Είσαι η σιωπή μου. Θα ζεις μέσα στις χορδές αυτής της άρπας. Όταν παίζω δυνατά, θα ξέρεις πως ο δρόμος είναι καθαρός. Όταν σταματώ, θα μένεις ακίνητη σαν το ελάφι που μυρίζει τον λύκο.»
— «Και αν με βρουν;» ψιθύρισε το παιδί.
— «Τότε οι χορδές αυτής της άρπας θα γίνουν αγχόνη για τον εχθρό. Μπες μέσα τώρα. Ο άνεμος φέρνει μυρωδιά από ξένο καπνό.»
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΣΤΟ SPANGEREID
Χρόνια αργότερα, στο Spangereid, η Grima κοίταζε από το παράθυρο τον γέροντα που πλησίαζε στο αγρόκτημα. Τα μάτια της, στενά και γεμάτα κακία, στάθηκαν στην άρπα.
— «Áke, έλα εδώ!» φώναξε στον άντρα της. «Δες αυτόν τον ζητιάνο. Κοίτα την άρπα του. Πότε είδες εσύ περιπλανώμενο μουσικό να κουβαλάει τόσο βάρος; Και δες την άκρη του μανικιού του... αυτό είναι μετάξι, όχι λινάτσα!»
Ο Áke πλησίασε τον Heimer με προσποιητή ευγένεια.
— «Κούραση βλέπω στα μάτια σου, ξένε. Πέρασε να ξεκουραστείς. Το σπίτι μας είναι φτωχικό, αλλά η στέγη κρατάει τη βροχή.»
Ο Heimer, εξαντλημένος, υποκλίθηκε. — «Μόνο μια γωνιά για να ακουμπήσω το όργανό μου ζητώ. Η μουσική είναι το μόνο μου βιος.»
Τη νύχτα, καθώς ο Heimer βυθίστηκε σε έναν ύπνο που έμοιαζε με θάνατο, η Grima ψιθύρισε στο αυτί του άντρα της: — «Αν τον σκοτώσεις τώρα, ο θησαυρός είναι δικός μας. Κανείς δεν θα αναζητήσει έναν γέρο με μια άρπα.»
— «Είναι αμαρτία να σκοτώνεις τον φιλοξενούμενο», δίστασε ο Áke.
— «Αμαρτία είναι να πεθαίνεις στην πείνα ενώ ο χρυσός κοιμάται στο πάτωμά σου! Κάν' το!»
Το τσεκούρι έπεσε στο σκοτάδι. Ένας πνιχτός βόγγος και μετά σιωπή. Ο Áke, με τρεμάμενα χέρια, άρχισε να σπάει το σώμα της άρπας.
— «Πού είναι το χρυσάφι;» ούρλιαξε η Grima.
Αντί για νομίσματα, μέσα από τα ξύλα ξεπρόβαλε μια κοπέλα. Ήταν πλέον έφηβη, με ομορφιά που φώτισε το σκοτεινό δωμάτιο. Η Grima οπισθοχώρησε, τρομαγμένη.
— «Τι είναι αυτό; Δαίμονας;»
Η Aslög κοίταξε το άψυχο σώμα του προστάτη της και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, αλλά η φωνή της ήταν σταθερή: — «Σκοτώσατε τον μόνο άνθρωπο που ήξερε την αξία της καλοσύνης. Τώρα, θα ζήσετε με τον φόβο αυτού που βρήκατε.»
— «Θα σε λέμε Kráka», είπε η Grima, ανακτώντας την ψυχραιμία της. «Θα φοράς κουρέλια και θα τρίβεις το πρόσωπό σου με στάχτη. Αν πεις λέξη για το ποια είσαι, το τσεκούρι που έφαγε τον γέρο θα φάει κι εσένα. Δούλευε!»
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: Ο ΓΡΙΦΟΣ ΤΟΥ RAGNAR
Πέρασαν τα χρόνια και η "Kráka" έγινε θρύλος για την ομορφιά που δεν μπορούσε να κρύψει ούτε η κάπνα. Οι άντρες του βασιλιά Ragnar Lodbrok γύρισαν στο πλοίο τους αναστατωμένοι.
— «Βασιλιά μας», είπε ο αρχηγός των φρουρών, «το ψωμί κάηκε γιατί τα μάτια μας χάθηκαν σε μια γυναίκα στο δάσος. Δεν ήταν άνθρωπος, ήταν η ίδια η Freya ντυμένη με λάσπη.»
Ο Ragnar, που αγαπούσε τις προκλήσεις περισσότερο από τις μάχες, γέλασε. — «Μια χωριατοπούλα σας πήρε τα μυαλά; Θα τη δοκιμάσω. Πηγαίνετε και πείτε της: Ο Ragnar Lodbrok την καλεί στο πλοίο του. Αλλά πρέπει να έρθει ούτε ντυμένη ούτε γυμνή, ούτε νηστική ούτε χορτάτη, ούτε μόνη ούτε με συντροφιά. Αν το κάνει, θα την ακούσω. Αν όχι, θα την ξεχάσω.»
Όταν η Aslög άκουσε τον απεσταλμένο, χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από χρόνια. — «Πες στον βασιλιά σου πως η Kráka δέχεται. Ας ετοιμάσει το κατάστρωμα.»
Την επόμενη μέρα, ο Ragnar έμεινε άναυδος. Η Aslög πλησίαζε στην ακτή. Φορούσε ένα δίχτυ ψαρέματος που την κάλυπτε σαν ρούχο αλλά άφηνε το σώμα της να φαίνεται (ούτε ντυμένη ούτε γυμνή). Στο στόμα της κρατούσε ένα κρεμμύδι, έχοντας φάει τη μισή του γεύση (ούτε νηστική ούτε χορτάτη), και δίπλα της περπατούσε ένας πιστός σκύλος (ούτε μόνη ούτε με συντροφιά).
— «Ποια είσαι εσύ που παίζεις με το μυαλό ενός βασιλιά;» ρώτησε ο Ragnar, δίνοντάς της το χέρι του για να ανέβει στο πλοίο.
— «Είμαι αυτή που επέζησε από τη σιωπή μιας άρπας», απάντησε εκείνη, κοιτάζοντάς τον στα μάτια χωρίς φόβο.
— «Λένε πως είσαι κόρη χωρικών. Αλλά το βλέμμα σου κόβει σαν σπαθί ευγενούς.»
— «Οι άνθρωποι βλέπουν αυτό που τους επιτρέπω να δουν, Ragnar. Ζήτησες μια γυναίκα που μπορεί να λύνει γρίφους. Βρήκες μια γυναίκα που είναι η ίδια ο γρίφος.»
— «Θα γίνεις βασίλισσά μου;»
— «Μόνο αν ο γιος που θα σου δώσω κουβαλάει το σημάδι του δράκου στο μάτι του, για να θυμίζει σε όλο τον Βορρά ποιος ήταν ο πατέρας της μητέρας του.»
Και έτσι έγινε. Η Aslög, η κόρη της άρπας, έγινε η μητέρα των μεγάλων ηρώων, και το όνομα του Heimer δεν ξεχάστηκε ποτέ, αφού η θυσία του επέτρεψε στο αίμα των θεών να συνεχίσει να κυλά στις φλέβες των ανθρώπων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου