ΜΑΪΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ: ΕΝΑΣ ΨΙΘΥΡΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΤΗ ΛΥΤΡΩΣΗ
Μετά το δαιμονικό σκοτάδι και την αιματηρή κατάρα που σφράγισε τη μοίρα του Πέτρου στην «Παραμονή του Ιβάν Κουπάλα», ο Νικολάι Γκόγκολ μάς επιστρέφει στην ουκρανική ύπαιθρο κάτω από ένα διαφορετικό φως. Η «Μαϊάτικη Νύχτα ή η Πνιγμένη» δεν είναι μια ιστορία απόγνωσης, αλλά ένα ατμοσφαιρικό παραμύθι όπου το υπερφυσικό συναντά την τρυφερότητα και η λαϊκή πονηριά θριαμβεύει πάνω στην αυταρχικότητα.
Σε αυτή τη νουβέλα, η «Ουκρανική Νύχτα» παύει να είναι απλώς ένα χρονικό πλαίσιο και γίνεται ο
Ο ήρωας μας, ο νεαρός Λέβκο, ενσαρκώνει το πνεύμα της ελευθερίας και της αληθινής αγάπης. Μέσα από μια σειρά κωμικών παρεξηγήσεων και μεταφυσικών συναντήσεων, καλείται να λύσει ένα αίνιγμα που κρατά αιχμάλωτη μια ψυχή εδώ και χρόνια, κερδίζοντας ταυτόχρονα το δικαίωμα στη δική του ευτυχία.
Το έργο αυτό, που ενέπνευσε τον Ρίμσκι-Κόρσακοφ να συνθέσει μια από τις πιο λυρικές του όπερες, παραμένει ένας ύμνος στη νεότητα και στη μαγεία που κρύβεται στις σκιές του κήπου και στις αντανακλάσεις του νερού.
Ανοίξτε το παράθυρο στην ουκρανική νύχτα και αφήστε το τραγούδι του Λέβκο να σας οδηγήσει εκεί όπου τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα.
ΜΕΡΟΣ 1ο: ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΛΕΒΚΟ ΚΑΙ Η ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΛΑΜΨΗ
Ξέρετε τι θα πει ουκρανική νύχτα; Ω, δεν την ξέρετε την ουκρανική νύχτα! Κοιτάξτε την προσεκτικά. Από το μέσο του ουρανού κοιτάζει το φεγγάρι. Ο απέραντος θόλος του ουρανού μοιάζει να έχει τεντωθεί ακόμα περισσότερο, ατελείωτος, λουσμένος σε μια γαλάζια, διάφανη λάμψη. Η γη είναι όλη ασήμι. Ο αέρας είναι δροσερός, γεμάτος από τις μυρωδιές των λουλουδιών και της υγρής γης. Όλα κοιμούνται.
Όμως, αυτή η σιωπή δεν είναι νεκρή· είναι μια σιωπή γεμάτη ζωή, σαν να κρατά η φύση την ανάσα της για να ακούσει τα μυστικά που ψιθυρίζουν τα άστρα.Σε ένα τέτοιο βράδυ, στο χωριό, οι νέοι και οι κοπέλες είχαν αρχίσει να μαζεύονται. Τα τραγούδια τους αντηχούσαν από μακριά, γεμάτα καημό και χαρά μαζί. Όμως, μακριά από τη φασαρία, κοντά σε μια μικρή λευκή καλύβα με καθαρά παράθυρα, στεκόταν ένας νεαρός Κοζάκος, ο Λέβκο. Φορούσε το καπέλο του στραβά, το κεντητό του πουκάμισο ήταν ανοιχτό στο στήθος και στα χέρια του κρατούσε μια μπαντούρα.
Ο Λέβκο ήταν ο γιος του Δημάρχου του χωριού, ενός ανθρώπου αυστηρού και περίεργου. Όμως εκείνη τη στιγμή, ο Λέβκο δεν σκεφτόταν τον πατέρα του. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο παράθυρο της καλύβας. Άρχισε να χαϊδεύει τις χορδές της μπαντούρας και να τραγουδά σιγανά, με μια φωνή που έμοιαζε να λιώνει μέσα στο φεγγαρόφωτο.
«Ξύπνα, αγαπημένη μου, ξύπνα και κοίταξε έξω. Το βράδυ είναι τόσο όμορφο, που οι άγγελοι κατεβαίνουν στη γη. Μη φοβάσαι το κρύο, θα σε ζεστάνω στην αγκαλιά μου».
Το παράθυρο άνοιξε σιγά-σιγά. Μέσα από το σκοτάδι πρόβαλε ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να κάνει και το ίδιο το φεγγάρι να ζηλέψει. Ήταν η Χάνα. Τα μάτια της έλαμπαν και τα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους της σαν μαύρο μετάξι.
«Λέβκο, πάλι εδώ είσαι;», ψιθύρισε, αλλά στο πρόσωπό της σχηματίστηκε ένα χαμόγελο. «Θα μας ακούσουν. Ξέρεις πως ο πατέρας σου δεν θέλει ούτε να ακούει το όνομά μου. Λέει πως είμαι φτωχή, πως δεν ταιριάζω σε έναν γιο Δημάρχου».
«Ας λέει ό,τι θέλει ο πατέρας μου!», απάντησε ο Λέβκο με πείσμα. «Απόψε η νύχτα είναι δική μας. Βγες έξω, Χάνα. Θέλω να σου δείξω κάτι. Θέλω να σου πω ιστορίες που μόνο οι πνιγμένες κοπέλες ξέρουν, εκεί κάτω στη λίμνη που καθρεφτίζεται το φεγγάρι».
Η Χάνα βγήκε έξω, τυλιγμένη σε ένα λεπτό μαντήλι. Περπάτησαν σιωπηλά προς την όχθη της μεγάλης λίμνης, εκεί όπου τα δέντρα έσκυβαν πάνω από το νερό σαν να ήθελαν να πιουν την ασημένια λάμψη του. Στην απέναντι όχθη, πάνω σε έναν λόφο, στεκόταν ένα παλιό, μισογκρεμισμένο αρχοντικό. Τα παράθυρά του ήταν μαύρα και άδεια, και οι τοίχοι του καλυμμένοι από κισσό.
«Κοίταξε αυτό το σπίτι, Χάνα», είπε ο Λέβκο, δείχνοντας με το χέρι του. «Ξέρεις την ιστορία του; Λένε πως εκεί ζούσε κάποτε ένας Κοζάκος αξιωματικός με την πανέμορφη κόρη του. Η κόρη του ήταν λευκή σαν το χιόνι και τα μάτια της είχαν το χρώμα του ουρανού. Όμως ο πατέρας της, μετά από χρόνια χηρείας, αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί».
Η Χάνα πλησίασε πιο κοντά στον Λέβκο, νιώθοντας ένα ρίγος να την περνά. «Λένε πως η μητριά της ήταν μάγισσα, έτσι δεν είναι;»
«Έτσι λένε», συνέχισε ο Λέβκο με φωνή χαμηλή. «Η μητριά ήταν μια γυναίκα με πρόσωπο όμορφο αλλά καρδιά από πέτρα. Μια νύχτα, ενώ ο πατέρας έλειπε, η μητριά μεταμορφώθηκε σε μια μαύρη γάτα με σιδερένια νύχια. Μπήκε στην κάμαρα της κοπέλας και προσπάθησε να την πνίξει. Η κοπέλα όμως, μέσα στην απελπισία της, άρπαξε το σπαθί του πατέρα της και πλήγωσε τη γάτα στο πόδι. Την επόμενη μέρα, η μητριά εμφανίστηκε με δεμένο το χέρι της. Ο πατέρας, τυφλωμένος από τα μάγια της, πίστεψε πως η κόρη του ήταν εκείνη που έφερε το κακό στο σπίτι. Έδιωξε το ίδιο του το παιδί μέσα στη νύχτα, με τις πέτρες και τις κατάρες».
Ο Λέβκο σταμάτησε για μια στιγμή. Ο ήχος του νερού που χτυπούσε στις καλαμιές έμοιαζε με αναστεναγμό.
«Η κοπέλα, μη έχοντας πού να πάει, έπεσε στη λίμνη. Από τότε, λένε πως έγινε η αρχηγός των πνιγμένων κοριτσιών, των Ρουσάλκα. Κάθε βράδυ που το φεγγάρι είναι γεμάτο, βγαίνουν από το νερό και χορεύουν κάτω από το αρχοντικό. Και λένε πως αν κάποιος περάσει από εκεί, τον αρπάζουν και τον τραβάνε μαζί τους στο βυθό».
«Μη λες τέτοια πράγματα, Λέβκο!», είπε η Χάνα, σφίγγοντας το χέρι του. «Φοβάμαι. Κοίταξε απέναντι... μου φάνηκε πως είδα ένα φως σε εκείνο το παράθυρο».
Ο Λέβκο γέλασε, αλλά το γέλιο του ήταν λίγο ανήσυχο. «Είναι η αντανάκλαση του φεγγαριού, αγάπη μου. Μην ανησυχείς. Ο πατέρας μου σύντομα θα υποχωρήσει. Θα του μιλήσω πάλι αύριο. Θα του πω πως αν δεν μου δώσει την ευλογία του, θα φύγω από το χωριό, θα πάω στους Ζαπορόζους Κοζάκους και δεν θα με ξαναδεί ποτέ».
«Μην τον κακοκαρδίζεις», ψιθύρισε η Χάνα. «Είναι ο πατέρας σου. Αλλά η καρδιά μου μου λέει πως κάτι κακό θα συμβεί. Απόψε ο αέρας μυρίζει περίεργα... σαν να καίγεται κάτι μακριά».
Καθώς μιλούσαν, από το βάθος του δρόμου ακούστηκαν φωνές και γέλια. Ήταν οι νέοι του χωριού που επέστρεφαν από το γλέντι. Ο Λέβκο έπρεπε να κρυφτεί. Φίλησε τη Χάνα στο μέτωπο και της υποσχέθηκε πως όλα θα πάνε καλά.
Όμως, καθώς εκείνη έμπαινε στην καλύβα της, ο Λέβκο έμεινε για λίγο μόνος στην όχθη. Κοίταξε ξανά το αρχοντικό. Αυτή τη φορά, ήταν σίγουρος. Στο πάνω παράθυρο, μια μορφή λευκή, σχεδόν διάφανη, στεκόταν και τον κοίταζε. Δεν ήταν αντανάκλαση. Ήταν ένα βλέμμα γεμάτο θλίψη, ένα βλέμμα που έμοιαζε να ζητά βοήθεια μέσα από το χρόνο.
Ο Λέβκο έκανε τον σταυρό του και ξεκίνησε για το σπίτι του. Δεν ήξερε ακόμα πως εκείνη η νύχτα δεν θα τελείωνε έτσι απλά. Δεν ήξερε πως ο πατέρας του έκρυβε τα δικά του μυστικά και πως η μοίρα της πνιγμένης κοπέλας ήταν δεμένη με τη δική του με έναν τρόπο που κανένας θνητός δεν θα μπορούσε να φανταστεί.Συνεχίζουμε με το δεύτερο μέρος, όπου η ειδυλλιακή ατμόσφαιρα της νύχτας δίνει τη θέση της στην ένταση, καθώς ο Λέβκο έρχεται αντιμέτωπος με την υποκρισία του πατέρα του και τις ανατροπές που φέρνει το σκοτάδι.
ΜΑΪΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ Ή Η ΠΝΙΓΜΕΝΗ
ΜΕΡΟΣ 2ο: Ο ΔΗΜΑΡΧΟΣ, Ο ΠΕΡΙΕΡΓΟΣ ΞΕΝΟΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ
Ο Λέβκο προχωρούσε προς το σπίτι του, αλλά η καρδιά του ήταν βαριά. Ο πατέρας του, ο Δήμαρχος του χωριού, δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος. Ήταν ένας Κοζάκος παλαιάς κοπής, μονόφθαλμος, με μια επιβλητική παρουσία που έκανε όλο το χωριό να τρέμει. Όμως, πίσω από την αυστηρότητα και το σοβαρό του ύφος, ο Δήμαρχος έκρυβε μια ματαιοδοξία που συχνά τον έκανε γελοίο. Πίστευε πως κανείς δεν μπορούσε να τον ξεγελάσει, ενώ την ίδια στιγμή ο ίδιος μπλεκόταν σε καταστάσεις που μόνο ένας ερωτοχτυπημένος έφηβος θα επέτρεπε στον εαυτό του.
Καθώς ο Λέβκο πλησίαζε στην κεντρική πλατεία, είδε μια ομάδα νέων να συζητάνε έντονα. Ανάμεσά τους ήταν ο Καλένικ, ο μεθύστακας του χωριού, που προσπαθούσε μάταια να βρει τον δρόμο για το σπίτι του, χορεύοντας έναν αδέξιο χορό και βρίζοντας τον Δήμαρχο που «έβαλε τους δρόμους σε λάθος θέση».
«Κοιτάξτε τον!», φώναξε ένας από τους νέους. «Ο Δήμαρχος νομίζει πως είμαστε πρόβατα. Μας απαγορεύει να τραγουδάμε μετά τα μεσάνυχτα, ενώ ο ίδιος...» «Τι κάνει ο ίδιος;», ρώτησε ο Λέβκο, πλησιάζοντας την παρέα.
Οι νέοι σιώπησαν για μια στιγμή, αναγνωρίζοντας τον γιο του αφέντη τους. Όμως η οργή τους ήταν μεγαλύτερη από τον σεβασμό. «Λέβκο, φίλε μας, ο πατέρας σου πολιορκεί τη Χάνα! Την είδαμε να του κλείνει το παράθυρο στα μούτρα πριν από λίγο, ενώ εκείνος της έταζε λαγούς με πετραχήλια για να τον αφήσει να μπει μέσα!»
Το αίμα του Λέβκο ανέβηκε στο κεφάλι. Η υποκρισία του πατέρα του ξεπερνούσε κάθε όριο. Την ίδια στιγμή που του απαγόρευε να παντρευτεί τη Χάνα επειδή ήταν «φτωχή», εκείνος προσπαθούσε να την κερδίσει για τον εαυτό του!
«Ακούστε με», είπε ο Λέβκο με φωνή σταθερή και γεμάτη αποφασιστικότητα. «Απόψε θα του δώσουμε ένα μάθημα που δεν θα ξεχάσει ποτέ. Θα τον κάνουμε να τρέχει και να μην φτάνει. Θα του δείξουμε πως οι νέοι της Ντικάνκα δεν φοβούνται ούτε τα αξιώματα ούτε τους μονόφθαλμους τυράννους».
Η ομάδα συμφώνησε με ενθουσιασμό. Αποφάσισαν να μεταμφιεστούν, να φορέσουν τις γούνες τους ανάποδα και να αρχίσουν να τραγουδούν σατιρικά τραγούδια κάτω από το παράθυρο του Δημάρχου, προκαλώντας τον να βγει έξω.
Εν τω μεταξύ, στο σπίτι του Δημάρχου, η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Ο Δήμαρχος φιλοξενούσε έναν παλιό του φίλο, τον «Αποστακτή», έναν άνθρωπο που είχε έρθει στο χωριό για να χτίσει ένα νέο αποστακτήριο. Οι δυο τους έπιναν και συζητούσαν για τα παλιά, όταν ξαφνικά μια πέτρα έσπασε το τζάμι του παραθύρου και έπεσε πάνω στο τραπέζι.
«Ποιος τολμά;», ούρλιαξε ο Δήμαρχος, σηκώνοντας τη γροθιά του. Από έξω ακούστηκε μια φωνή, αλλοιωμένη αλλά γνώριμη: «Ο Δήμαρχος είναι γέρος και στραβός, θέλει την κοπέλα μα είναι αναιδής! Με το ένα του μάτι κοιτάζει το κρασί, και με το άλλο ψάχνει για φιλί!»
Ο Δήμαρχος έγινε κατακόκκινος από το κακό του. Άρπαξε το ραβδί του και όρμησε στην πόρτα. «Θα τους πιάσω! Θα τους ρίξω στο μπουντρούμι! Αποστακτή, βοήθα με!»
Οι νέοι, με τον Λέβκο επικεφαλής, άρχισαν να τρέχουν στα στενά δρομάκια. Η νύχτα είχε γίνει ένα παιχνίδι κυνηγητού. Ο Δήμαρχος, μέσα στην τύφλα της οργής του, έπιασε έναν από τους μεταμφιεσμένους και τον έκλεισε σε μια σκοτεινή αποθήκη.
«Σε έπιασα, παλιάνθρωπε!», φώναξε θριαμβευτικά. Όμως, όταν επέστρεψε στο σπίτι για να πάρει το κλειδί, η κουνιάδα του (μια γυναίκα με γλώσσα που έκοβε σαν ξυράφι) άρχισε να ουρλιάζει πως κάποιος την έκλεισε στην αποθήκη. «Μα εγώ έπιασα τον ταραξία!», έλεγε ο Δήμαρχος χαμένος. «Τον εαυτό σου έπιασες, ηλίθιε!», του απάντησε εκείνη.
Μέσα σε αυτή τη χαώδη κατάσταση, ο Λέβκο κατάφερε να ξεφύγει. Ένιωθε όμως πως το παιχνίδι αυτό δεν ήταν αρκετό. Χρειαζόταν κάτι παραπάνω για να κερδίσει τη Χάνα. Τα πόδια του τον οδήγησαν ξανά, σχεδόν ασυνείδητα, προς την όχθη της λίμνης και το παλιό αρχοντικό.
Η νύχτα είχε γίνει ακόμα πιο διάφανη. Η ομίχλη πάνω από το νερό σχημάτιζε περίεργα σχήματα. Ο Λέβκο κάθισε σε έναν κορμό δέντρου και άρχισε να παίζει πάλι την μπαντούρα του. Αυτή τη φορά όμως, η μουσική δεν ήταν για τη Χάνα. Ήταν μια προσευχή, μια έκκληση προς το άγνωστο.
Ξαφνικά, το παράθυρο του αρχοντικού, που πριν ήταν μαύρο, άρχισε να βγάζει ένα απαλό, γαλάζιο φως. Μια λευκή μορφή βγήκε στο μπαλκόνι. Δεν ήταν η Χάνα. Ήταν η κοπέλα από τον θρύλο, η Πνιγμένη. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό σαν το μάρμαρο, αλλά τα μάτια της είχαν μια λάμψη που δεν ήταν αυτού του κόσμου.
«Νεαρέ Κοζάκο», ψιθύρισε μια φωνή που ακούστηκε σαν το θρόισμα των φύλλων. «Εσύ που τραγουδάς τόσο όμορφα... βοήθησέ με. Η μητριά μου είναι ανάμεσά μας. Έχει κρυφτεί, έχει πάρει τη μορφή μιας από τις αδελφές μου. Αν τη βρεις, θα σου δώσω αυτό που λαχταρά η καρδιά σου».
Ο Λέβκο ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Η πραγματικότητα και το όνειρο είχαν γίνει ένα.Συνεχίζουμε με το τρίτο μέρος, εκεί όπου τα όρια της λογικής καταρρέουν και ο Λέβκο εισέρχεται σε έναν κόσμο φτιαγμένο από φεγγαρόφωτο, ομίχλη και αρχέγονα μυστικά.
ΜΑΪΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ Ή Η ΠΝΙΓΜΕΝΗ
ΜΕΡΟΣ 3ο: Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΡΟΥΣΑΛΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΙΑΣ
Ο Λέβκο έτριψε τα μάτια του, πιστεύοντας πως το κρασί ή η κούραση της νύχτας του έπαιζαν παιχνίδια. Όμως η μορφή στο μπαλκόνι παρέμενε εκεί, ακίνητη και θλιμμένη. Το παλιό αρχοντικό δεν έμοιαζε πια μισογκρεμισμένο. Μέσα από το γαλάζιο φως, οι τοίχοι του έδειχναν ακέραιοι, τα μάρμαρα έλαμπαν και μια απόκοσμη μουσική, σαν χιλιάδες μικρές καμπάνες, άρχισε να αναδύεται από τα νερά της λίμνης.
Ξαφνικά, η όχθη γέμισε με λευκές σκιές. Ήταν οι «Πνιγμένες», οι Ρουσάλκα. Κορίτσια με διάφανα φορέματα και μακριά, λυμένα μαλλιά που έσταζαν ασήμι, άρχισαν να βγαίνουν από τις καλαμιές. Δεν περπατούσαν, αλλά γλιστρούσαν πάνω στο χορτάρι, σχηματίζοντας έναν μεγάλο κύκλο.
«Βοήθησέ με, παλικάρι», επανέλαβε η αρχηγός τους από το μπαλκόνι. «Η μητριά μου, η μάγισσα, είναι εδώ. Μεταμορφώθηκε σε μία από εμάς για να γλιτώσει από την τιμωρία. Μας βασανίζει, μας αναγκάζει να παίζουμε παιχνίδια που δεν θέλουμε. Βρες την, και θα σε ανταμείψω».
Ο Λέβκο, παρασυρμένος από μια δύναμη που δεν μπορούσε να ελέγξει, πλησίασε τον κύκλο. Τα κορίτσια άρχισαν να παίζουν ένα παιχνίδι που έμοιαζε με την «τυφλόμυγα». Γέλαγαν, αλλά το γέλιο τους δεν είχε ζεστασιά· ήταν κρύο σαν τον πάγο που σπάει το χειμώνα.
«Πώς θα την αναγνωρίσω;», ρώτησε ο Λέβκο με τρεμάμενη φωνή. «Όλες σας μοιάζετε σαν δυο σταγόνες νερό. Όλες έχετε χλωμά πρόσωπα και μάτια που καθρεφτίζουν το φεγγάρι».
«Κοίταξε προσεκτικά», του απάντησε η Πνιγμένη. «Η μάγισσα δεν μπορεί να κρύψει τη μοχθηρία της. Ακόμα και σε αυτή τη μορφή, η ψυχή της είναι μαύρη και δεν μπορεί να νιώσει τη δική μας θλίψη».
Ο Λέβκο άρχισε να παρατηρεί τα κορίτσια ένα προς ένα. Χόρευαν με μια χάρη απόκοσμη, αλλά τα πρόσωπά τους ήταν ακίνητα, σαν να ήταν φτιαγμένα από κερί. Ξαφνικά, το μάτι του έπεσε σε μια κοπέλα που στεκόταν λίγο πιο μακριά από τις άλλες. Συμμετείχε στον χορό, αλλά οι κινήσεις της ήταν πιο απότομες, πιο νευρικές. Όταν πλησίασε κοντά του, ο Λέβκο είδε στα μάτια της μια λάμψη που δεν ήταν θλιμμένη, αλλά άγρια και πεινασμένη.
Ενώ οι άλλες Ρουσάλκα έμοιαζαν να χάνονται μέσα στο φως, εκείνη η κοπέλα έμοιαζε να απορροφά το σκοτάδι γύρω της. Ο Λέβκο θυμήθηκε την ιστορία που είπε στη Χάνα: η μάγισσα είχε μεταμορφωθεί σε γάτα.
«Εσύ είσαι!», φώναξε ο Λέβκο, δείχνοντας την κοπέλα. «Εσύ είσαι η μητριά! Το βλέμμα σου δεν είναι το βλέμμα μιας πνιγμένης, είναι το βλέμμα του θηρίου που παραμονεύει!»
Μόλις πρόφερε αυτές τις λέξεις, η κοπέλα έβγαλε μια κραυγή που έσχισε τη σιωπή της νύχτας. Το πρόσωπό της παραμορφώθηκε για μια στιγμή, παίρνοντας μια όψη αιλουροειδούς, και πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει, εξαφανίστηκε μέσα σε μια μαύρη καπνιά.
Ένας αναστεναγμός ανακούφισης πέρασε από όλη τη λίμνη. Οι Ρουσάλκα άρχισαν να χάνονται σιγά-σιγά μέσα στο νερό, αφήνοντας πίσω τους μόνο φυσαλίδες που έλαμπαν. Η αρχηγός τους στάθηκε μπροστά στον Λέβκο. Το πρόσωπό της δεν ήταν πια θλιμμένο· έλαμπε από μια γαλήνη που μόνο η λύτρωση μπορεί να φέρει.
«Με ελευθέρωσες, Λέβκο», είπε γλυκά. «Τώρα μπορώ να αναπαυθώ. Πάρε αυτό το χαρτί. Είναι το κλειδί για την ευτυχία σου. Μην το ανοίξεις μέχρι να βρεθείς μπροστά στον πατέρα σου».
Του έδωσε ένα διπλωμένο σημείωμα, σφραγισμένο με μια περίεργη σφραγίδα που έμοιαζε με λουλούδι του νερού. Μόλις ο Λέβκο άπλωσε το χέρι του να το πάρει, μια ξαφνική ριπή ανέμου τον τύφλωσε. Το αρχοντικό έσβησε, η μουσική σταμάτησε και η λίμνη έγινε πάλι σκοτεινή και σιωπηλή.
Ο Λέβκο βρέθηκε να κάθεται στον ίδιο κορμό δέντρου, με την μπαντούρα του πεσμένη στο χόρτο. «Όνειρο ήταν;», αναρωτήθηκε, νιώθοντας το κρύο της αυγής να πλησιάζει. Όμως, μέσα στην παλάμη του, ένιωσε κάτι στερεό. Ήταν το σημείωμα της Πνιγμένης.
Την ίδια στιγμή, από το χωριό ακούστηκαν πάλι φωνές. Το κυνηγητό του Δημάρχου συνεχιζόταν. Ο πατέρας του, μαζί με τον Αποστακτή και τους χωροφύλακες, έψαχναν μανιωδώς τον «ταραξία» που τους είχε εξευτελίσει.
«Εκεί είναι!», φώναξε ο Δήμαρχος, βλέποντας τον γιο του να κάθεται στην όχθη. «Πιάστε τον! Αυτός είναι ο αρχηγός των αλητών!»
Ο Λέβκο σηκώθηκε όρθιος, γεμάτος αυτοπεποίθηση. Δεν φοβόταν πια το ραβδί του πατέρα του, ούτε τις φωνές του. Ήξερε πως στα χέρια του κρατούσε μια δύναμη που κανείς στην Ντικάνκα δεν μπορούσε να πολεμήσει.
«Πατέρα, σταμάτα!», φώναξε ο Λέβκο. «Πριν με κλείσεις στο μπουντρούμι, διάβασε αυτό. Μου το έδωσε ένας απεσταλμένος που δεν μπορείς να αρνηθείς».
Ο Δήμαρχος πλησίασε με το ένα του μάτι να σπιθίζει από οργή. Άρπαξε το χαρτί, έτοιμο να το σχίσει. Όμως, μόλις είδε τη σφραγίδα και τα γράμματα, το πρόσωπό του άρχισε να αλλάζει χρώματα. Το κόκκινο της οργής έγινε κίτρινο από τον φόβο και μετά λευκό από την έκπληξη.
«Τι είναι αυτό;», ψιθύρισε ο Αποστακτής, προσπαθώντας να δει πάνω από τον ώμο του Δημάρχου.
«Είναι... είναι διαταγή από τον ίδιο τον Επίτροπο!», τραύλισε ο Δήμαρχος, χωρίς να μπορεί να πιστέψει στα μάτια του.Συνεχίζουμε με το τέταρτο μέρος, εκεί όπου η μεταφυσική παρέμβαση της Πνιγμένης παίρνει μια απρόσμενα πρακτική μορφή, φέρνοντας τον Δήμαρχο σε απόγνωση και τον Λέβκο ένα βήμα πιο κοντά στη δικαίωση.
ΜΑΪΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ Ή Η ΠΝΙΓΜΕΝΗ
ΜΕΡΟΣ 4ο: ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΑΙ Η ΥΠΟΚΛΙΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΑΡΧΟΥ
Ο Δήμαρχος κρατούσε το χαρτί με τα χέρια του να τρέμουν. Το φεγγαρόφωτο έπεφτε πάνω στις λέξεις, οι οποίες έμοιαζαν να λάμπουν με ένα μελάνι που δεν στέγνωνε ποτέ. Ο Αποστακτής, περίεργος από τη φύση του, πλησίασε και άρχισε να διαβάζει μεγαλόφωνα, με τη φωνή του να σπάει από την έκπληξη:
«Προς τον Δήμαρχο της Ντικάνκα. Περιήλθαν εις γνώσιν μας οι ατασθαλίες και η σκληρότητα με την οποία διοικείτε το χωριό. Σας διατάζουμε, άμα τη λήψει της παρούσης, να παύσετε κάθε δίωξη εναντίον των νέων και, κυρίως, να δώσετε την ευλογία σας για τον γάμο του υιού σας, Λέβκο, με την κόρη του Κοζάκου, τη Χάνα. Σε περίπτωση άρνησης, η καθαίρεσή σας είναι άμεση και οι συνέπειες θα είναι βαρύτατες. Υπογραφή: Ο Επίτροπος».
Ο Δήμαρχος ένιωσε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Πώς ήταν δυνατόν; Ο Επίτροπος βρισκόταν χιλιόμετρα μακριά. Πώς έφτασε αυτό το γράμμα στα χέρια του γιου του μέσα στη νύχτα; Και γιατί η σφραγίδα μύριζε τόσο έντονα λίμνη και φρέσκο νούφαρο;
«Λέβκο...», ψέλλισε ο Δήμαρχος, προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια της εξουσίας του. «Πού το βρήκες αυτό; Ποιος σου το έδωσε;»
«Ένας αναβάτης που έτρεχε σαν τον άνεμο, πατέρα», απάντησε ο Λέβκο με ένα πονηρό χαμόγελο, θυμούμενος τη λευκή μορφή της Πνιγμένης. «Μου είπε πως αν δεν συμμορφωθείς, ο Επίτροπος θα έρθει ο ίδιος να ελέγξει τα λογιστικά του χωριού και τις... κρυφές σας επισκέψεις σε ορισμένες καλύβες».
Ο Δήμαρχος κατάπιε τη γλώσσα του. Η αναφορά στις «κρυφές επισκέψεις» τον χτύπησε εκεί που πονούσε περισσότερο. Κοίταξε τον Αποστακτή, ο οποίος κουνούσε το κεφάλι του με νόημα.
«Ξέρεις, φίλε μου», είπε ο Αποστακτής σιγανά, «με τον Επίτροπο δεν παίζουν. Αν είναι να παντρευτεί το παιδί για να γλιτώσουμε το κεφάλι μας, ας παντρευτεί. Εξάλλου, η Χάνα είναι η πιο όμορφη κοπέλα στο χωριό, θα έχεις μια νύφη που θα τη ζηλεύουν όλοι».
Ο Δήμαρχος, στριμωγμένος ανάμεσα στον φόβο της εξουσίας και το δαιμονικό μυστήριο της νύχτας, πήρε μια βαθιά ανάσα. Η αυστηρή του μάσκα ράγισε. «Καλά λοιπόν!», φώναξε για να τον ακούσουν και οι χωροφύλακες που στέκονταν παραπίσω. «Αφού το θέλει η ανωτέρα αρχή... ας γίνει το θέλημα του Θεού! Λέβκο, πήγαινε να βρεις τη Χάνα. Πες της πως ο Δήμαρχος σας δίνει την ευλογία του. Αλλά αύριο το πρωί θέλω να μου πεις την πάσα αλήθεια για αυτόν τον αναβάτη!»
Ο Λέβκο δεν περίμενε δεύτερη κουβέντα. Έβαλε την μπαντούρα στην πλάτη και άρχισε να τρέχει προς την καλύβα της Χάνα. Η νύχτα δεν του φαινόταν πια τρομακτική. Τα δέντρα έμοιαζαν να του υποκλίνονται και το φεγγάρι ήταν ο καλύτερος του φίλος.
Όταν έφτασε στο παράθυρό της, η Χάνα δεν κοιμόταν. Τον περίμενε, ανήσυχη από τη φασαρία που είχε ακουστεί στο χωριό. «Λέβκο! Είσαι καλά; Άκουσα φωνές, άκουσα τον πατέρα σου να ουρλιάζει...»
«Χάνα, βγες έξω!», φώναξε ο Λέβκο λαχανιασμένος. «Νικήσαμε! Ο πατέρας μου συμφώνησε! Θα παντρευτούμε!»
Η Χάνα βγήκε τρέχοντας, με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα χαράς. Οι δυο τους αγκαλιάστηκαν κάτω από το ασημένιο φως, ενώ από μακριά ακούγονταν ακόμα τα τραγούδια των νέων που γιόρταζαν τη δική τους νίκη απέναντι στην εξουσία.
Όμως, καθώς οι δυο εραστές σχεδίαζαν το μέλλον τους, ο Λέβκο έστρεψε για μια τελευταία φορά το βλέμμα του προς τη λίμνη. Εκεί, μέσα στην καταχνιά, είδε για μια στιγμή μια λευκή λάμψη να τρεμοπαίζει και μετά να βυθίζεται στα ήσυχα νερά. Ένιωσε ένα ελαφρύ αεράκι να του χαϊδεύει το μάγουλο, σαν ένα φιλί αποχαιρετισμού από έναν κόσμο που δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ.
Η «Μαϊάτικη Νύχτα» άρχισε να δίνει τη θέση της στο πρώτο φως της αυγής. Τα φαντάσματα επέστρεφαν στη σιωπή τους και οι άνθρωποι στις δουλειές τους. Αλλά για τον Λέβκο και τη Χάνα, ο κόσμος είχε αλλάξει για πάντα.Η αυγή άρχισε να ροδίζει πάνω από τη Ντικάνκα, αλλά η μέρα που ξημέρωνε δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Οι μεθυσμένοι του χωριού προσπαθούσαν να θυμηθούν αν τα όσα είδαν τη νύχτα ήταν από το κρασί ή από τα μάγια, ενώ ο Δήμαρχος, με το κεφάλι του να κουδουνίζει από την αϋπνία και το άγχος, προσπαθούσε να διατηρήσει το κύρος του.
ΜΑΪΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ Ή Η ΠΝΙΓΜΕΝΗ
ΜΕΡΟΣ 5ο: ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΗΣ ΝΤΙΚΑΝΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΑ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ
Μόλις ο ήλιος φώτισε τις στέγες των σπιτιών, το χωριό έμοιαζε με μελίσσι που αναστατώθηκε. Η είδηση είχε διαδοθεί πιο γρήγορα από τη φωτιά στα ξερά χόρτα: ο γιος του Δημάρχου, ο Λέβκο, θα παντρευόταν τη Χάνα με τις ευλογίες του ίδιου του Επιτρόπου! Οι γυναίκες του χωριού, με τα χέρια στη μέση, μαζεύονταν στις βρύσες και ψιθύριζαν, ενώ οι άντρες κοιτούσαν με μισό μάτι το σπίτι του Δημάρχου, περιμένοντας να δουν αν ο «μονόφθαλμος αφέντης» θα κρατούσε τον λόγο του.
Ο Δήμαρχος, στο μεταξύ, καθόταν στην αυλή του και κοιτούσε το σημείωμα της Πνιγμένης που τώρα, στο φως της μέρας, φαινόταν σαν ένα απλό, κιτρινισμένο χαρτί. Όμως η σφραγίδα παρέμενε εκεί, ανεξήγητα καθαρή. Δίπλα του, ο Αποστακτής προσπαθούσε να τον συνεφέρει.
«Μην το πολυσκέφτεσαι, φίλε μου», έλεγε ο Αποστακτής σκουπίζοντας τον ιδρώτα του. «Το γράμμα ήρθε, η απόφαση πάρθηκε. Αν αρχίσεις να ψάχνεις το πώς και το γιατί, μπορεί να βρεις πράγματα που θα σου χαλάσουν τον ύπνο για πάντα. Κοίτα το παιδί σου πόσο λάμπει!»
Πράγματι, ο Λέβκο είχε ήδη φορέσει τα γιορτινά του. Το κεντητό του πουκάμισο ήταν πιο λευκό από ποτέ και το βλέμμα του είχε μια σιγουριά που δεν την είχε την προηγούμενη μέρα. Πήγε στον πατέρα του και του φίλησε το χέρι, όπως όριζε το έθιμο.
«Πατέρα, η Χάνα και η μητέρα της περιμένουν. Πρέπει να στείλουμε τους προξενητάδες επίσημα τώρα, πριν αλλάξει ο άνεμος».
Ο Δήμαρχος αναστέναξε, μια ανάσα που έβγαινε από τα βάθη της ψυχής του. «Πήγαινε, πήγαινε... Αλλά να ξέρεις, Λέβκο, αν αυτός ο Επίτροπος έρθει ποτέ στο χωριό και με ρωτήσει για το γράμμα, εσύ θα βγάλεις το φίδι από την τρύπα!»
Ενώ όμως οι προετοιμασίες ξεκινούσαν, μια κωμική σκηνή εκτυλισσόταν στην άλλη άκρη του χωριού. Ο Καλένικ, ο μεθύστακας που όλη νύχτα έψαχνε το σπίτι του, είχε καταφέρει τελικά να μπει σε μια καλύβα και να κοιμηθεί πάνω στο φούρνο. Το πρόβλημα ήταν πως η καλύβα δεν ήταν δική του, αλλά της κουνιάδας του Δημάρχου!
Όταν η γυναίκα ξύπνησε και είδε τον Καλένικ να ροχαλίζει ανάμεσα στα τσουκάλια της, οι κραυγές της ακούστηκαν μέχρι το γειτονικό χωριό. «Βοήθεια! Ληστές! Δαίμονες!»
Ο Δήμαρχος, που ήθελε μια δικαιολογία για να ξεσπάσει την έντασή του, άρπαξε πάλι το ραβδί του. «Επιτέλους! Κάποιον θα τιμωρήσω σήμερα!»
Έτρεξε στην καλύβα, αλλά όταν είδε τον Καλένικ να προσπαθεί να καταλάβει πού βρίσκεται, άρχισε να γελάει υστερικά. Η ένταση της νύχτας εκτονώθηκε σε ένα γενικό γέλιο. Ο Αποστακτής, ο Λέβκο, ακόμα και οι χωροφύλακες, ξέσπασαν βλέποντας τον «φοβερό ληστή» να πέφτει από το φούρνο και να ζητάει λίγη άλμη για τον πονοκέφαλο.
Μέσα στο χαμό, η Χάνα εμφανίστηκε στην αυλή, ντυμένη στα κόκκινα και στα λευκά, με τα κοσμήματα της οικογένειάς της να αστράφτουν. Η ομορφιά της ήταν τέτοια που ακόμα και ο Δήμαρχος έσκυψε το κεφάλι, αναγνωρίζοντας πως ο γιος του είχε δίκιο να επιμένει.
«Καλώς την», είπε ο Δήμαρχος με μια απρόσμενη ευγένεια. «Από σήμερα, το σπίτι μου είναι και δικό σου. Ας ελπίσουμε πως οι "επίτροποι" και οι "πνιγμένες" θα μας αφήσουν τώρα στην ησυχία μας».
Η Χάνα κοίταξε τον Λέβκο και εκείνος της έκλεισε το μάτι. Ήξεραν και οι δύο πως η ευτυχία τους είχε χτιστεί πάνω σε μια μαγική στιγμή, σε μια νύχτα που ο χρόνος σταμάτησε για να βοηθήσει την αγάπη.
Όμως, το χωριό είχε ακόμα τις αμφιβολίες του. Οι γριές σταυροκοπιούνταν όταν περνούσαν από τη λίμνη, λέγοντας πως είδαν το νερό να τρέμει χωρίς άνεμο. Ο θρύλος της Πνιγμένης είχε πάρει νέα τροπή, και όλοι ήξεραν πως η Ντικάνκα δεν θα ήταν ποτέ πια η ίδια.Η μέρα που ξημέρωσε στη Ντικάνκα δεν ήταν απλώς η επόμενη μιας επεισοδιακής νύχτας, αλλά η αρχή ενός θρύλου που θα σφράγιζε τις καρδιές όλων. Το χωριό, λουσμένο στο χρυσό φως του πρωινού ήλιου, ετοιμαζόταν να γιορτάσει τον θρίαμβο της αγάπης πάνω στην αλαζονεία.
ΜΑΪΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ Ή Η ΠΝΙΓΜΕΝΗ
ΜΕΡΟΣ 6ο: ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΠΟΗΧΟΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ
Οι προετοιμασίες για τον γάμο του Λέβκο και της Χάνα δεν έμοιαζαν με τίποτα από όσα είχε δει η Ντικάνκα μέχρι τότε. Ο Δήμαρχος, θέλοντας να ξεπλύνει τον εξευτελισμό της προηγούμενης νύχτας και να φανεί αντάξιος της «εντολής του Επιτρόπου», άνοιξε τα σεντούκια του και τα κελάρια του. Βαρέλια με κρασί και μέλι στήθηκαν στις αυλές, ενώ οι μυρωδιές από τις ψητές χήνες και τα πιροσκί πλημμύρισαν τους δρόμους.
Οι μουσικοί πήραν τις θέσεις τους. Οι μπαντούρες, τα βιολιά και τα ντέφια άρχισαν να υφαίνουν έναν ρυθμό που έκανε ακόμα και τους γέροντες να νιώθουν το αίμα τους να κυλάει πιο γρήγορα. Ο Λέβκο, φορώντας ένα κόκκινο βελούδινο καφτάνι και κρατώντας το σπαθί του πατέρα του, έμοιαζε με πρίγκιπα των παραμυθιών. Δίπλα του, η Χάνα, στολισμένη με πολύχρωμες κορδέλες και ένα στεφάνι από αγριολούλουδα, έδειχνε τόσο φωτεινή που οι χωριανοί ψιθύριζαν πως «η ίδια η άνοιξη ήρθε να την ντύσει».
Το γλέντι κράτησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Ο Καλένικ, έχοντας συνέλθει από το μεθύσι του, έγινε η ψυχή της παρέας, χορεύοντας το «κοζάτσοκ» μέχρι τελικής πτώσης, ενώ ο Αποστακτής δεν σταματούσε να κερνάει τους καλεσμένους το καλύτερο απόσταγμα της σοδειάς του. Ο Δήμαρχος, καθισμένος στην κεφαλή του τραπεζιού, προσπαθούσε να δείχνει επιβλητικός, αν και κάθε φορά που κάποιος ανέφερε τη λέξη «γράμμα» ή «νύχτα», το μάτι του έτρεμε ελαφρά.
Όταν όμως έπεσε η τρίτη νύχτα και οι καλεσμένοι άρχισαν να αποσύρονται, ο Λέβκο και η Χάνα βρέθηκαν ξανά μόνοι στην όχθη της λίμνης. Το φεγγάρι είχε βγει πάλι, αλλά αυτή τη φορά η λάμψη του ήταν ήρεμη, γλυκιά, χωρίς την απόκοσμη ένταση της Μαϊάτικης Νύχτας που είχε προηγηθεί.
«Λέβκο», ψιθύρισε η Χάνα, γέρνοντας το κεφάλι στον ώμο του, «πιστεύεις πως εκείνη η κοπέλα βρήκε επιτέλους την ησυχία της;»
Ο Λέβκο κοίταξε το παλιό αρχοντικό. Τα παράθυρά του ήταν πάλι μαύρα, αλλά δεν έμοιαζαν πια απειλητικά. Ο κισσός που κάλυπτε τους τοίχους σάλευε απαλά στο αεράκι.
«Πιστεύω πως ναι», απάντησε εκείνος. «Κάποιες φορές οι ζωντανοί χρειάζονται τη βοήθεια των νεκρών για να βρουν τον δρόμο τους, και κάποιες φορές οι νεκροί χρειάζονται μια δίκαιη πράξη από εμάς για να μπορέσουν να κλείσουν τα μάτια τους. Εκείνη μας έδωσε το μέλλον μας, κι εμείς της δώσαμε τη λύτρωσή της».
Καθώς μιλούσαν, μια τελευταία, ανεπαίσθητη αντανάκλαση φάνηκε πάνω στην επιφάνεια του νερού. Δεν ήταν φάντασμα, ούτε μάγια. Ήταν σαν η λίμνη να τους αποχαιρετούσε, σφραγίζοντας το μυστικό τους για πάντα.
Ο Γκόγκολ κλείνει την ιστορία του θυμίζοντάς μας πως η ζωή στη Ντικάνκα συνεχίζεται. Οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να αγαπούν, να φοβούνται τον διάβολο, να πίνουν και να διηγούνται ιστορίες δίπλα στη φωτιά. Όμως, η ανάμνηση εκείνης της Μαϊάτικης Νύχτας θα μείνει αθάνατη, σαν το τραγούδι που ακούγεται από μακριά όταν όλα τα άλλα σωπαίνουν.
Η Μαϊάτικη Νύχτα έφυγε, αφήνοντας πίσω της τη μυρωδιά της κερασιάς και την αίσθηση ότι, όσο υπάρχει αγάπη και λίγη πονηριά στην καρδιά των νέων, καμία μητριά-μάγισσα και κανένας μονόφθαλμος δήμαρχος δεν μπορεί να σταματήσει το πεπρωμένο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου