ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΕΝΟΣ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟΥ
Το έργο που περιλαμβάνει την ιστορία του Σολομού της Γνώσης ονομάζεται MACGNÍMARTHA FINN
(Τα Νεανικά Κατορθώματα του Φιν). Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του Φενιανού Κύκλου της ιρλανδικής μυθολογίας.
Πότε γράφτηκε: Η παλαιότερη γραπτή μορφή του που διασώζεται βρίσκεται σε ένα χειρόγραφο του 12ου αιώνα, γνωστό ως Laud 610, το οποίο φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη Bodleian της Οξφόρδης. Ωστόσο, οι γλωσσολόγοι πιστεύουν ότι η ιστορία είναι πολύ παλαιότερη, πιθανώς από τον 8ο ή 9ο
αιώνα.Ποιοι το έγραψαν: Καταγράφηκε από χριστιανούς μοναχούς, οι οποίοι λειτούργησαν ως οι πρώτοι «συλλέκτες λαογραφίας», φοβούμενοι ότι οι προφορικοί θρύλοι των κελτικών φυλών θα χάνονταν για πάντα.
Η δομή: Το έργο δεν είναι ένα απλό παραμύθι. Είναι ένα Έπος Ενηλικίωσης. Ξεκινά από την καταδίωξη της εγκύου μητέρας του Φιον και φτάνει μέχρι τη στιγμή που ο ήρωας αναγνωρίζεται ως ο νόμιμος ηγέτης των Fianna.
Στην αυγή του χρόνου, όταν η Ιρλανδία ήταν ακόμα καλυμμένη από δάση τόσο πυκνά που ο ήλιος δυσκολευόταν να αγγίξει το χώμα, η μοίρα ενός παιδιού υφαινόταν με νήματα αίματος και μαγείας. Το παιδί αυτό δεν είχε όνομα όταν γεννήθηκε· το φώναζαν μόνο «το παιδί της Μούιρνε».
Ο πατέρας του, ο μεγάλος πολεμιστής Cumhall, είχε πέσει στη μάχη του Knock, προδομένος από τους εχθρούς του, τη φυλή των Morna. Η μητέρα του, η πανέμορφη Μούιρνε, ήξερε πως αν οι δολοφόνοι του πατέρα του έβρισκαν το βρέφος, η γραμμή των αρχηγών θα έσβηνε για πάντα.
«Πάρτε τον», ψιθύρισε μια νύχτα με καταιγίδα σε δύο γυναίκες που στέκονταν στο κατώφλι της, τυλιγμένες με γκρίζες κάπες. «Κρύψτε τον εκεί που ούτε το γεράκι δεν μπορεί να τον δει».
Αυτές οι γυναίκες δεν ήταν τυχαίες. Ήταν η BODHMALL, η Δρυίδισσα, και η LIATH LUACHRA, η τρομερή γυναίκα-πολεμιστής. Πήραν το μωρό και κατέφυγαν στα βαθιά δάση του Slieve Bloom. Εκεί, μέσα σε μια καλύβα κρυμμένη στις ρίζες ενός αρχαίου δέντρου, το παιδί που θα ονομαζόταν DEIMNE άρχισε να μεγαλώνει.
Οι διάλογοι εκείνων των χρόνων ήταν σκληροί και γεμάτοι διδάγματα:
— «Σήκωσε το δόρυ, Deimne», διέταζε η Liath Luachra. «Το δάσος δεν συγχωρεί τους αργούς». — «Μα είναι βαρύ, Liath», παραπονιόταν το αγόρι, σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό του. — «Βαρύτερο είναι το σπαθί του εχθρού που θα βρει την καρδιά σου αν δεν μάθεις να αμύνεσαι. Ξανά!»
Ενώ η Liath τον μάθαινε να παλεύει, η Bodhmall τον μάθαινε τη γλώσσα των πραγμάτων που δεν μιλούν. Τον πήγαινε στις όχθες των ρυακιών και τον έβαζε να ακούει.
— «Τι ακούς, παιδί μου;» ρώταγε η Δρυίδισσα. — «Ακούω το νερό που χτυπάει στις πέτρες», απαντούσε ο Deimne. — «Όχι. Άκου πιο βαθιά. Το νερό φέρνει νέα από την Πηγή του Connla. Φέρνει τη σοφία των αρχαίων φουντουκιών. Κάποια μέρα, Deimne, η γνώση θα σου χτυπήσει την πόρτα, και τότε δεν θα χρειάζεσαι πια το δόρυ σου για να νικήσεις».
Τα χρόνια περνούσαν και ο Deimne μεγάλωνε, γινόταν δυνατός, γρήγορος και πανέμορφος. Το δέρμα του ήταν καθαρό και τα μαλλιά του άρχισαν να παίρνουν το χρώμα του χρυσού. Μια μέρα, ενώ περιπλανιόταν μόνος του, έφτασε σε μια πεδιάδα όπου μια ομάδα αγοριών έπαιζε χέρλινγκ (hurling).
«Μπορώ να παίξω;» ρώτησε ο Deimne, πλησιάζοντας με αυτοπεποίθηση. Τα αγόρια γέλασαν. «Ποιος είσαι εσύ, ξένε; Φύγε πριν σε χτυπήσουμε με τα μπαστούνια μας».
Αλλά ο Deimne δεν έφυγε. Πήρε ένα μπαστούνι και άρχισε να παίζει. Ήταν τόσο γρήγορος, τόσο επιδέξιος, που κέρδισε και τα είκοσι αγόρια μαζί. Ο άρχοντας του κάστρου που παρακολουθούσε από μακριά, ρώτησε τους συμβούλους του: «Ποιο είναι αυτό το ξανθό αγόρι, το τόσο όμορφο και ικανό;» «Δεν ξέρουμε το όνομά του, άρχοντα», του απάντησαν. «Είναι FIONN (Φιον – ο Λευκός, ο Λαμπερός)», είπε ο άρχοντας. «Έτσι θα τον φωνάζετε».
Από εκείνη τη στιγμή, το όνομα Fionn κόλλησε πάνω του σαν σκιά. Όμως, η φήμη του τράβηξε την προσοχή των εχθρών του πατέρα του. Ο Fionn έπρεπε να φύγει ξανά. Έπρεπε να κρυφτεί. Αποχαιρέτησε τις δύο γυναίκες που τον μεγάλωσαν, με δάκρυα στα μάτια.
«Πού θα πάω τώρα;» ρώτησε την Bodhmall. «Πήγαινε στον ποταμό Μπόιν», του είπε εκείνη. «Εκεί ζει ένας άνθρωπος που μπορεί να σου μάθει όσα εμείς δεν μπορούμε. Ο ποιητής FINN EGES. Αλλά πρόσεχε, Fionn... ο ποταμός έχει μάτια, και ο ποιητής έχει μια επιθυμία που καίει την ψυχή του εδώ και επτά χρόνια».
Ο Fionn ξεκίνησε το ταξίδι του. Δεν ήξερε ότι ο δρόμος του θα τον οδηγούσε σε ένα ψάρι που κρατούσε τα κλειδιά του σύμπαντος και σε έναν δάσκαλο που περίμενε ένα θαύμα που δεν προοριζόταν για εκείνον
Ο ΣΟΛΟΜΟΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ (ΜΕΡΟΣ Β': Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΤΑΜΑ)
Ο Fionn περπάτησε πολλές ημέρες μέσα από πυκνά δάση και ελώδεις εκτάσεις, μέχρι που ο αέρας άρχισε να μυρίζει γλυκό νερό και υγρή γη. Ο ήχος του ποταμού Boyne ακουγόταν σαν χαμηλόφωνο τραγούδι ανάμεσα στις ιτιές. Εκεί, σε μια μικρή καλύβα φτιαγμένη από λασπωμένο πηλό και κλαδιά, βρήκε τον FINN EGES.
Ο γέροντας ποιητής καθόταν στην όχθη. Τα μάτια του, κουρασμένα από τα χρόνια και το διάβασμα αρχαίων παπύρων, δεν ξεκολλούσαν από τη σκοτεινή δίνη του νερού.
«Ποιος είσαι εσύ που ταράζεις τη σιωπή του ποταμού;» ρώτησε ο γέροντας χωρίς να γυρίσει. «Το όνομά μου είναι Deimne», απάντησε το αγόρι, χρησιμοποιώντας το παλιό του όνομα για να μην προδοθεί. «Έρχομαι από τα βουνά Slieve Bloom. Θέλω να μάθω την τέχνη του λόγου. Θέλω να γίνω ποιητής».
Ο Finn Eges τον κοίταξε για μια στιγμή. Είδε τη λάμψη στα μάτια του αγοριού και ένιωσε κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει. «Η ποίηση δεν είναι μόνο λέξεις, αγόρι μου. Είναι η ικανότητα να ακούς αυτό που δεν λέγεται. Αν θες να μείνεις, θα με υπηρετείς. Θα φέρνεις ξύλα, θα ανάβεις τη φωτιά και θα προσέχεις το δόλωμα στην πετονιά μου».
Πέρασαν εβδομάδες. Ο Fionn έμαθε να απαγγέλλει τα πρώτα του ποιήματα, αλλά παρατηρούσε κάτι παράξενο: ο δάσκαλός του ήταν κυριευμένος από μια εμμονή.
«Δάσκαλε, γιατί κοιτάς πάντα το ίδιο σημείο στο ποτάμι;» ρώτησε ο Fionn ένα βράδυ, καθώς η φωτιά τρεμόπαιζε ανάμεσά τους. «Εκεί κάτω, Deimne, στη βαθιά λίμνη του Linn Feic, κολυμπάει το Πεπρωμένο μου», ψιθύρισε ο ποιητής. «Είναι ο Bradán Feasa, ο Σολομός της Γνώσης. Επτά χρόνια τον περιμένω. Η προφητεία λέει πως ένας άνθρωπος που τον λένε Finn θα τον πιάσει και θα τον φάει, και τότε όλη η σοφία του κόσμου θα γίνει δική του. Εγώ είμαι ο Finn! Εμένα περιμένει ο ποταμός!»
Ο Fionn τον άκουγε με δέος. Ο ποιητής του εξήγησε πώς ο σολομός αυτός είχε έρθει από την ιερή πηγή του Connla, πώς είχε τραφεί με τα μωβ φουντούκια της έμπνευσης και πώς το κρέας του ήταν πλέον γεμάτο με τα μυστικά των θεών.
«Αν τον φάω», συνέχισε ο γέροντας με πάθος, «θα ξέρω γιατί τα δέντρα μεγαλώνουν προς τον ουρανό, γιατί η θάλασσα είναι αλμυρή και τι θα συμβεί στην Ιρλανδία χίλια χρόνια μετά τον θάνατό μου. Θα γίνω ο μεγαλύτερος Fili που πάτησε ποτέ το πόδι του σε τούτη τη γη».
Ένα πρωινό, η φύση φάνηκε να κρατά την ανάσα της. Τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν και το νερό του Boyne έγινε λείο σαν καθρέφτης. Ξαφνικά, η πετονιά του Finn Eges τινάχτηκε με τρομερή δύναμη.
«Βοήθησέ με, Deimne! Είναι αυτός! Τον νιώθω!» ούρλιαξε ο ποιητής.
Η μάχη κράτησε ώρες. Ο σολομός ήταν δυνατός, σαν να είχε τη δύναμη δέκα ανδρών. Αλλά η υπομονή επτά ετών νίκησε. Όταν το ψάρι σύρθηκε στην όχθη, το θέαμα ήταν εξωπραγματικό. Τα λέπια του έλαμπαν με ένα ασημένιο φως που άλλαζε χρώματα, και στην κοιλιά του φαινόταν ξεκάθαρα οι μωβ κηλίδες, το σημάδι της ιερής τροφής.
Ο Finn Eges έτρεμε από τη συγκίνηση. Ήταν εξαντλημένος, οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει. «Πάρ’ τον, Deimne», είπε με την ανάσα του να βγαίνει με δυσκολία. «Άναψε τη φωτιά κάτω από τη μεγάλη ιτιά. Ψήσ’ τον με προσοχή. Αλλά ορκίσου μου... ορκίσου μου στο όνομα των θεών της φυλής σου, πως δεν θα φας ούτε μια ίνα από το κρέας του. Αν το κάνεις, θα μου έχεις κλέψει τη ζωή».
«Ορκίζομαι, δάσκαλε», είπε ο Fionn σοβαρά. «Θα τον ψήσω και θα στον φέρω ακέραιο».
Ο Fionn πήρε το ψάρι και άρχισε την ιεροτελεστία. Καθάρισε τα ξύλα, άναψε μια καθαρή φωτιά και πέρασε τον σολομό σε μια σούβλα από ξύλο φουντουκιάς. Καθώς η ζέστη άρχισε να επενεργεί, μια υπέροχη μυρωδιά, που δεν έμοιαζε με τίποτα γήινο, άρχισε να αναδύεται.
Ήταν η μυρωδιά της γνώσης.
Ενώ το ψάρι ψηνόταν, ο Fionn παρατήρησε μια φουσκάλα να σχηματίζεται στο δέρμα του σολομού. Φοβούμενος πως ο δάσκαλός του θα θύμωνε αν το ψάρι «έσκαγε» ή καιγόταν, άπλωσε τον αντίχειρά του και πίεσε τη φουσκάλα για να την ισιώσει.
Το καυτό λίπος πετάχτηκε πάνω στο δάχτυλό του. «Ωχ!» φώναξε το αγόρι από τον πόνο.
Χωρίς να το σκεφτεί, έβαλε τον καμένο του αντίχειρα στο στόμα για να τον κρυώσει. Μια σταγόνα από το λάδι του σολομού ακούμπησε τη γλώσσα του.
Εκείνο το δευτερόλεπτο, ο χρόνος σταμάτησε.
Μέσα στο μυαλό του Fionn, ένας καταρράκτης φωτός εξερράγη. Είδε τη γέννηση του κόσμου. Άκουσε τις σκέψεις των μυρμηγκιών που περπατούσαν στο χώμα πίσω του. Κατάλαβε τη γλώσσα του ανέμου που φυσούσε στις φυλλωσιές. Η σοφία των αιώνων, που ήταν φυλακισμένη στον σολομό, είχε βρει μια νέα κατοικία.
Όταν το ψάρι ψήθηκε, ο Fionn το πήρε στις παλάμες του και πλησίασε τον δάσκαλό του. Ο Finn Eges καθόταν στη σκιά, περιμένοντας τη λύτρωση. Όταν όμως είδε το αγόρι να πλησιάζει, το πρόσωπό του άλλαξε. Τα μάτια του Fionn δεν ήταν πια τα μάτια ενός υπηρέτη. Ήταν βαθιά, αρχαία και γεμάτα από ένα φως που δεν ανήκε σε θνητό.
«Deimne...» ψιθύρισε ο ποιητής με τρόμο. «Έφαγες από τον σολομό;»Συνεχίζουμε με το Μέρος Γ', την κορύφωση του δράματος και την πνευματική γέννηση του μεγαλύτερου ήρωα της Ιρλανδίας.
Ο ΣΟΛΟΜΟΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ (ΜΕΡΟΣ Γ': Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ)
Ο Finn Eges στεκόταν ακίνητος, σαν μαρμαρωμένος από μια παγωμένη πνοή. Το ψάρι βρισκόταν ανάμεσά τους, αχνιστό και ασημένιο, αλλά η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει για πάντα. Ο ποιητής κοίταζε το αγόρι και έβλεπε μια ολόκληρη αυτοκρατορία να καθρεφτίζεται στις κόρες των ματιών του.
— «Σου έθεσα μια ερώτηση, παιδί μου», είπε ο γέροντας με φωνή που έτρεμε σαν ξερό φύλλο. «Έφαγες από τον σολομό;» — «Όχι, δάσκαλε», απάντησε ο Fionn, και η φωνή του ακούστηκε πιο βαθιά, σαν τον απόηχο του ποταμού. «Δεν έφαγα ούτε μια μπουκιά. Τήρησα τον όρκο μου».
Ο γέροντας άφησε έναν στεναγμό ανακούφισης, αλλά το ένστικτό του τον προειδοποιούσε. — «Τότε γιατί τα μάτια σου λάμπουν σαν τα αστέρια του χειμώνα; Γιατί νιώθω πως στέκομαι μπροστά σε έναν βασιλιά; Πες μου την πάσα αλήθεια, Deimne».
Ο Fionn χαμήλωσε το βλέμμα στον καμένο του αντίχειρα. — «Μια φουσκάλα σχηματίστηκε στο δέρμα του ψαριού. Φοβήθηκα πως θα καεί και την πίεσα. Το καυτό λάδι έκαψε το δάχτυλό μου και, χωρίς να το σκεφτώ, το έβαλα στο στόμα μου για να βρω δροσιά. Μόνο μια σταγόνα, δάσκαλε. Μόνο μια σταγόνα άγγιξε τη γλώσσα μου».
Ο Finn Eges έκλεισε τα μάτια του. Ένιωσε το βάρος των επτά ετών που πέρασε στην όχθη να τον πλακώνει. Η ελπίδα του ξεψύχησε εκείνη τη στιγμή. — «Μια σταγόνα ήταν αρκετή», ψιθύρισε. «Η σοφία δεν μοιράζεται. Η πρώτη επαφή είναι εκείνη που μετράει. Όλη η γνώση που κυνηγούσα μια ζωή, όλο το φως που ονειρευόμουν, πέρασε μέσα από αυτή τη σταγόνα στο δικό σου αίμα».
Ο γέροντας άνοιξε πάλι τα μάτια του και κοίταξε το αγόρι με μια νέα, επίπονη καθαρότητα. — «Πες μου το όνομά σου πάλι. Το αληθινό σου όνομα». — «Με φωνάζουν Deimne», άρχισε το αγόρι, αλλά σταμάτησε. Η νέα του γνώση του ψιθύρισε την αλήθεια. «Αλλά οι γυναίκες στο δάσος και ο άρχοντας στον κάμπο με φώναξαν FIONN».
Ο ποιητής άφησε ένα πικρό γέλιο. — «Fionn... Ο Λευκός. Ο Λαμπερός. Η προφητεία έλεγε πως ο "Finn" θα έτρωγε τον σολομό. Εγώ νόμιζα πως εννοούσε το όνομά μου, τον Finn Eges. Όμως η μοίρα είχε άλλον Finn κατά νου. Εσένα, τον Fionn mac Cumhaill!»
Ένας μεγάλος διάλογος ακολούθησε, καθώς ο γέροντας παρέδιδε τη σκυτάλη στον νέο ηγέτη:
— «Τι βλέπεις τώρα, Fionn;» ρώτησε ο ποιητής. — «Βλέπω τις Fianna να ενώνονται κάτω από ένα λάβαρο», απάντησε ο Fionn κοιτάζοντας το κενό. «Βλέπω μάχες που θα τραγουδιούνται για χιλιάδες χρόνια. Βλέπω το τέλος της φυλής των Morna και τη δικαίωση του πατέρα μου. Αλλά βλέπω και τη μοναξιά που φέρνει η μεγάλη γνώση». — «Φάε και το υπόλοιπο ψάρι, παιδί μου», είπε ο Finn Eges, σπρώχνοντας τη σούβλα προς το μέρος του. «Για μένα είναι πλέον ένα απλό ψάρι. Για σένα είναι το στέμμα σου. Φάε το, και μετά φύγε από εδώ. Δεν υπάρχει τίποτα πια που να μπορώ να σου διδάξω. Εσύ είσαι πλέον ο δάσκαλος και εγώ ο μαθητής».
Ο Fionn έφαγε τον σολομό, και με κάθε μπουκιά, οι αισθήσεις του οξύνονταν. Κατάλαβε τη θέση κάθε πέτρας στον βυθό του Μπόιν, τη διαδρομή κάθε σύννεφου στον ουρανό. Όταν τελείωσε, γονάτισε μπροστά στον γέροντα ποιητή.
— «Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ, Finn Eges. Η υπομονή σου ήταν η γέφυρα για το δικό μου πεπρωμένο». — «Πήγαινε, Fionn», του απάντησε ο γέροντας. «Η Ιρλανδία σε περιμένει».
Ο Fionn mac Cumhaill σηκώθηκε και ξεκίνησε το ταξίδι του. Από εκείνη την ημέρα, όποτε αντιμετώπιζε ένα άλυτο πρόβλημα, όποτε οι εχθροί του τον κύκλωναν ή οι σύντροφοί του αναζητούσαν δικαιοσύνη, ο Fionn έκανε μια απλή κίνηση: έβαζε τον αντίχειρά του στο στόμα.
Μόλις η άκρη του δαχτύλου του άγγιζε τη γλώσσα του, η μαγεία του Σολομού ξυπνούσε. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον γίνονταν ένα μπροστά στα μάτια του. Με αυτή τη σοφία, κατάφερε να ενώσει τους Fianna, να νικήσει τέρατα και εισβολείς, και να γίνει ο πιο αγαπημένος ήρωας της ιρλανδικής γης.
Έτσι τελειώνει η ιστορία του αγοριού που έκαψε το δάχτυλό του και φωτίστηκε ολόκληρος ο κόσμος. Ένας μύθος που μας θυμίζει πως η αληθινή γνώση δεν βρίσκεται πάντα στα βιβλία, αλλά κάποιες φορές παραμονεύει στα νερά ενός ποταμού, περιμένοντας εκείνον που έχει την καθαρή καρδιά να την αναγνωρίσει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α': Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΣΙΩΠΗΛΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ
Πέρα από την ομίχλη που καλύπτει τις ακτές της Ιρλανδίας, πέρα από το σημείο όπου ο ήλιος βυθίζεται στη θάλασσα, υπάρχει ένας τόπος που οι θνητοί ονομάζουν Tír na nÓg ή Land of Promise. Εκεί, ο χρόνος δεν κυλά σαν το νερό που φθείρει τις πέτρες, αλλά σαν ένας ατελείωτος χρυσός κύκλος. Σε αυτόν τον Άλλο Κόσμο, στην καρδιά ενός δάσους που δεν γνώρισε ποτέ χειμώνα, βρίσκεται το μυστικό ολόκληρου του σύμπαντος: Η Πηγή του Connla.
Η πηγή αυτή δεν αναβλύζει απλό νερό. Το υγρό που κυλά από τα σπλάχνα της γης εκεί είναι η ίδια η ουσία της σκέψης, η καθαρή ενέργεια της έμπνευσης. Γύρω από την κρυστάλλινη λεκάνη της πηγής, στέκονται σαν αιώνιοι φρουροί Εννέα Μαγικές Φουντουκιές.
Αυτά τα δέντρα δεν έχουν ρίζες στο χώμα, αλλά στις αρχαίες αλήθειες. Οι κορμοί τους είναι ασημένιοι και τα φύλλα τους έχουν το χρώμα του σμαραγδιού που αστράφτει κάτω από το φως ενός αιώνιου δειλινού. Λέγεται πως οι φουντουκιές αυτές ανθίζουν και καρπίζουν την ίδια στιγμή. Τα άνθη τους αναδύουν ένα άρωμα που μπορεί να θεραπεύσει κάθε λύπη, ενώ οι καρποί τους, τα Φουντούκια της Σοφίας, είναι καλυμμένοι με ένα κέλυφος τόσο σκληρό όσο η λογική και μια ψίχα τόσο γλυκιά όσο η ποίηση.
— «Γιατί στέκονται εκεί αυτά τα δέντρα;» ρώτησε κάποτε ένας ταξιδιώτης του Άλλου Κόσμου έναν από τους Tuatha Dé Danann (τη φυλή των θεών). — «Για να κρατούν την ισορροπία», ήταν η απάντηση. «Χωρίς αυτά, ο κόσμος των ανθρώπων θα ήταν ένας τόπος γεμάτος κραυγές χωρίς νόημα. Αυτά τα δέντρα είναι οι κεραίες που συλλαμβάνουν τη μουσική των σφαιρών και τη μετατρέπουν σε γνώση».
Κάθε φορά που ένας καρπός ωριμάζει, πέφτει με έναν απαλό ήχο μέσα στην πηγή. Τότε, το νερό αναδεύεται και μωβ φυσαλίδες ξεπηδούν από τον βυθό. Είναι η στιγμή που η γνώση «διαλύεται» στο υγρό στοιχείο. Εκεί, στα σκοτεινά βάθη της πηγής, περιμένουν οι Σολομοί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β': ΟΙ ΣΟΛΟΜΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΩΒ ΜΕΛΑΝΙ
Οι σολομοί στην Πηγή του Connla δεν είναι κοινά ψάρια. Είναι οι «Βιβλιοθηκάριοι της Φύσης». Με τα μάτια τους πάντα ανοιχτά, παρακολουθούν τα φουντούκια να πέφτουν. Καθώς καταπίνουν την ψίχα των καρπών, το σώμα τους αλλάζει. Τα λέπια τους αποκτούν μια μεταλλική λάμψη και στην κοιλιά τους εμφανίζονται μωβ κηλίδες — είναι το «μελάνι» της σοφίας που ποτίζει τη σάρκα τους.
Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται για αιώνες. Ο Σολομός που θα καταφέρει να φάει τα περισσότερα φουντούκια, αυτός που θα συγκεντρώσει μέσα του τη γνώση και από τα εννέα δέντρα, γίνεται ο Bradán Feasa, ο Σολομός της Γνώσης.
— «Τι νιώθει το ψάρι όταν τρώει τη σοφία;» ρωτούσαν οι μαθητές τους δασκάλους Δρυίδες. — «Νιώθει το βάρος του κόσμου», απαντούσαν εκείνοι. «Ξέρει πώς γεννιούνται οι κεραυνοί, ξέρει τα ονόματα όλων των άστρων και ξέρει πότε μια αυτοκρατορία θα πέσει πριν καν θεμελιωθεί το πρώτο της κάστρο. Η γνώση είναι τροφή, αλλά είναι και ευθύνη».
Όλα στην Πηγή του Connla λειτουργούσαν σε απόλυτη αρμονία. Η γνώση παρέμενε εκεί, κλειδωμένη στον Άλλο Κόσμο, μακριά από τη φιλοδοξία και την απληστία των ανθρώπων. Όμως, η φύση της γνώσης είναι να θέλει να διαδοθεί. Και η φύση της ανθρώπινης ψυχής είναι να θέλει να κατακτήσει το απαγορευμένο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ': Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΗΣ SINANN ΚΑΙ ΤΗΣ BOAND
Εδώ ξεκινά το πιο δραματικό μέρος της ιστορίας. Δύο γυναίκες, η Sinann (εγγονή του θεού Lir) και η Boand, γεμάτες με μια δίψα που κανένα κοινό νερό δεν μπορούσε να σβήσει, αποφάσισαν να προκαλέσουν τους νόμους του σύμπαντος.
Η Sinann ήταν πανέμορφη και κατείχε κάθε τέχνη: ήξερε να υφαίνει τον άνεμο, να τραγουδά στα πουλιά και να γιατρεύει πληγές. Όμως, της έλειπε η «Υπέρτατη Γνώση», αυτή που οι θεοί κρατούσαν μόνο για τους εαυτούς τους.
— «Γιατί να είναι η πηγή κρυμμένη;» έλεγε η Sinann στον εαυτό της. «Αν η γνώση είναι φως, τότε πρέπει να φωτίσει τα πάντα».
Πλησίασε την πηγή με θάρρος. Όμως η Πηγή του Connla είχε έναν φοβερό κανόνα: κανείς δεν έπρεπε να την κοιτάξει κατάματα αν δεν ήταν προετοιμασμένος. Όταν η Sinann στάθηκε στο χείλος της, το νερό άρχισε να βράζει. Οι εννέα φουντουκιές σείστηκαν συθέμελα.
— «Φύγε, θνητή!» φάνηκε να ψιθυρίζει το δάσος. Αλλά η Sinann δεν έφυγε. Άπλωσε το χέρι της να πιάσει μια μωβ φυσαλίδα.
Εκείνη τη στιγμή, η πηγή εξερράγη. Ένα τεράστιο κύμα, γεμάτο με τη δύναμη των εννέα δέντρων, ξεπήδησε από τη γη. Δεν ήταν απλό νερό· ήταν ένας καταρράκτης συνείδησης που η Sinann δεν μπορούσε να αντέξει. Το νερό την παρέσυρε, την έπνιξε και άρχισε να κυλά ορμητικά προς τον κόσμο των ανθρώπων. Καθώς το νερό χάραζε το χώμα της Ιρλανδίας, σχημάτισε τον ποταμό Shannon.
Λίγο αργότερα, η Boand έκανε το ίδιο λάθος. Προσπάθησε να ξεγελάσει την πηγή περπατώντας γύρω της αριστερόστροφα (μια κίνηση που θεωρούνταν κατάρα). Η πηγή ξεχείλισε ξανά, τυφλώνοντάς την και παρασύροντάς την προς τα ανατολικά. Έτσι γεννήθηκε ο ποταμός Boyne.
Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΟΝ: Ο ΚΥΚΛΟΣ ΚΛΕΙΝΕΙ
Μαζί με τα νερά των δύο ποταμών, παρασύρθηκαν και οι Σολομοί. Οι «σέρβερ» της γνώσης έφυγαν από τον Άλλο Κόσμο και μπήκαν στα νερά της Ιρλανδίας. Έτσι, ο Σολομός που είχε φάει τα φουντούκια των εννέα δέντρων βρέθηκε να κολυμπά στον ποταμό Boyne.
Εκεί, αιώνες μετά, τον περίμενε ο ποιητής Finn Eges. Αλλά τώρα ξέρουμε την αλήθεια:
Η σοφία του Fionn δεν ήρθε από το πουθενά.
Ήρθε από τις 9 Φουντουκιές.
Μεταφέρθηκε από τον Σολομό.
Ταξίδεψε μέσα από το Νερό που δημιούργησε η θυσία της Boand.
Όταν ο Fionn δάγκωσε τον αντίχειρά του, συνδέθηκε απευθείας με την Πηγή του Connla. Έγινε ο άνθρωπος που κατάφερε να «δαμάσει» τη γνώση που έπνιξε τη Sinann και τη Boand. Έγινε ο καρπός της ένωσης δύο κόσμων.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ: ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΠΗΓΗΣ
Η ιστορία των 9 φουντουκιών μας διδάσκει ότι η γνώση είναι μια δύναμη της φύσης, όπως η φωτιά ή το νερό. Μπορεί να σε ανυψώσει σε ήρωα ή να σε πνίξει αν την πλησιάσεις με αλαζονεία. Οι Fili και οι Seanchaithe που έλεγαν αυτή την ιστορία, ήξεραν καλά πως κάθε φορά που τρώμε έναν καρπό γνώσης, ένα κομμάτι από τον Άλλο Κόσμο μπαίνει μέσα μας.
Πώς σου φαίνεται αυτή η «αλυσίδα» της σοφίας; Πιστεύεις ότι η Sinann και η Boand ήταν θύματα ή ηρωίδες που έφεραν τη γνώση στον κόσμο μας;


.jpeg)
.jpeg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου