ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ UNDERGROUND
Οι LOST BODIES δεν υπήρξαν ποτέ απλώς ένα μουσικό συγκρότημα με τη συμβατική έννοια του όρου. Στην πραγματικότητα, αποτελούν μια διαρκή αισθητική ανορθογραφία, μια φάλτσα νότα στον εφησυχασμό της εγχώριας μουσικής βιομηχανίας, μια λοξή ματιά απέναντι στην κοινωνική σοβαροφάνεια. Είναι ποίηση, είναι «ζωγραφική», ο μανιασμένος χορός μιας αιώνιας νιότης, μελωδία, κραυγή, θόρυβος και η εκκωφαντική σιωπή που προηγείται της έκρηξης. Στη σχεδόν τεσσαρακονταετή πορεία τους, το σχήμα που συμπυκνώνει την ουσία του ελληνικού
underground κινήθηκε με απόλυτη ελευθερία ανάμεσα στο punk, το post-punk, το post-rock, την jazz, το ambient, τη βιομηχανική μουσική (industrial) και τον πειραματικό ήχο, μετατρέποντας τη διαμαρτυρία, τη σάτιρα, την οργή, τη μελαγχολία και την άγρια πλάκα σε ύψιστη καλλιτεχνική στάση.Η διαδρομή τους, από τις αυτοσχέδιες κασέτες στα τέλη της δεκαετίας του '80 μέχρι τις σημερινές βινυλιακές κυκλοφορίες, συμπυκνώνει την ιστορία της ανεξάρτητης δημιουργίας στην Ελλάδα. Χωρίς υποχωρήσεις, χωρίς εμπορικούς συμβιβασμούς και με μια αδιάλλακτη πολιτική και πολιτισμική συνέπεια, οι LOST BODIES κατάφεραν να δημιουργήσουν μια δική τους, εντελώς αναγνωρίσιμη γλώσσα, η οποία μπολιάζει τον προφορικό λόγο, την ποίηση, την καθημερινή παράνοια και την κοινωνική κριτική.
ΜΕΡΟΣ Α΄: «ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΩΣ ΕΜΠΗΚΑΜΕΝ ΣΤΑ ΚΟΛΠΑ» – ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’70
Η ιστορία των LOST BODIES είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πορεία του ΘΑΝΟΥ ΚΟΗ και του ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, οι οποίοι έθεσαν τους πρώτους πυρήνες αυτού που αργότερα θα ονομαζόταν «Χαμένα Κορμιά». Η αφήγηση του ΘΑΝΟΥ ΚΟΗ για το «πώς εμπήκαμεν στα κόλπα» μας μεταφέρει πίσω στη μεταβατική, προνεωτερική δεκαετία του ’70. Η Ελλάδα της εποχής εκείνης προσπαθούσε να βρει τον βηματισμό της μετά τη Μεταπολίτευση, ενώ οι νέοι που στρέφονταν προς το rock αντιμετωπίζονταν συχνά ως κοινωνικό παράσιτο ή ως πηγή ηθικού πανικού.
Οι πρώιμοι ροκάδες βιώναν μια ιδιότυπη απομόνωση:
Η οικογενειακή πίεση: Οι γονείς της εποχής ξεκουφαίνονταν από τους ήχους, παρουσίαζαν συμπτώματα υστερίας και γίνονταν «ρεζίλι στη γειτονιά» από τα μακριά μαλλιά, τα σκουλαρίκια και τα αλλόκοτα ρούχα των παιδιών τους.
Ο κοινωνικός αποκλεισμός: Το μπούλινγκ ήταν καθημερινό φαινόμενο τόσο από την παραδοσιακή συντηρητική κοινωνία όσο και από τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία δαιμονοποιούσαν τη νεανική κουλτούρα.
Η φοιτητική αριστερά της εποχής: Ο ΘΑΝΟΣ ΚΟΗΣ ασκεί αιχμηρή, αποδομητική κριτική στους αριστερούς φοιτητές της μεταπολιτευτικής περιόδου, περιγράφοντάς τους ως ανθρώπους βλοσυρούς, βαθιά συντηρητικούς, με έναν έμφυτο φανατισμό που τους ακολούθησε σε όλη τους τη ζωή. Όπως σημειώνει, οι ίδιοι άνθρωποι εμφανίστηκαν αργότερα με διάφορα προσωπεία — ως οικολόγοι, νέο-ορθόδοξοι, γλωσσοαμύντορες ή ειδικοί του underground — καταλαμβάνοντας καρέκλες στον κινηματογράφο, τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία, κουνώντας αιώνια το δάκτυλο στους υπόλοιπους.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η επαφή με τη μουσική λειτουργούσε ως πράξη επιβίωσης και απόδρασης. Η μυρωδιά των φρέσκων δίσκων, η αναζήτηση σπάνιων ακουσμάτων και οι κάρτες που έφταναν από ταξίδια σε διάφορα σημεία του κόσμου διαμόρφωσαν το αισθητικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα στηριζόταν αργότερα η λογική των LOST BODIES.
ΜΕΡΟΣ Β΄: ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΚΟΗ – ΕΝΑΣ «ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ»
Όπως σημειώνει ο συγγραφέας και βετεράνος φανζινάς ΓΙΑΝΝΗΣ Ν. ΚΟΛΟΒΟΣ, ο ψυχικός και καλλιτεχνικός κινητήριος μοχλός των LOST BODIES, ο ΘΑΝΟΣ ΚΟΗΣ, αποτελεί έναν αρχετυπικό φρικιό με μυθιστορηματική διαδρομή, που θυμίζει έναν συνδυασμό του Charles Bukowski και του Θανάση Βέγγου. Πρόκειται για έναν αυθεντικό «άνθρωπο για όλες τις δουλειές», του οποίου η βιογραφία είναι γεμάτη από αδιάκοπη χειρωνακτική εργασία, περιπλάνηση και βιοποριστικό αγώνα.
Στη διάρκεια της ζωής του, ο ΘΑΝΟΣ ΚΟΗΣ εργάστηκε σε ένα απίστευτο φάσμα επαγγελμάτων:
Καταστηματάρχης, υπάλληλος σε ξυλουργείο, βενζινάδικο και ψιλικατζίδικο.
Πλασιέ, ταξιτζής, ελαιοχρωματιστής, οικοδόμος, διανομέας, σοφέρ και κομπάρσος.
Ιχθυοκαλλιεργητής, επαγγελματίας μουσικός, κατασκευαστής σε τσοπάνικες φλογέρες, DJ και διοργανωτής ρέιβ πάρτι.
Παρήγονταν ακόμα και ως «ερωτικός μετανάστης» στη Βραζιλία για μια πενταετία.
Αυτή η πολυεπίπεδη εμπειρία δρόμου και επιβίωσης διαμόρφωσε την αφοπλιστική ειλικρίνεια των στίχων του. Οι LOST BODIES αντικατοπτρίζουν μια μοναδική γενεαλογική επιμειξία: την αφετηρία ενός boomer, τη σιωπηλή παρατηρητικότητα ενός Gen X-er και την οργή της Generation Z. Αποτελούν μια κοινότητα καλλιτεχνών που επέλεξε να ζήσει από και για την τέχνη της, αρνούμενη να κάνει την παραμικρή υποχώρηση σε εμπορικές επιταγές.
ΜΕΡΟΣ Γ΄: Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΚΑΣΕΤΑΣ, ΤΟ HOME RECORDING ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, οι LOST BODIES εγκαινίασαν την παρουσία τους μέσα από την κουλτούρα της κασέτας και της οικιακής ηχογράφησης (home recording). Η πρώτη τους θρυλική κασέτα με τίτλο «ΔΟ ΝΤΙΕΣΗ» και η επόμενη «ΑΝΑΡΡΟΦΗΣΗ ΤΡΟΦΗΣ» αποτύπωσαν έναν ήχο ακατέργαστο, γεμάτο χιούμορ, πειραματισμό και ηχητική αταξία.
Όταν ο ΘΑΝΟΣ ΚΟΗΣ πήγε την κασέτα «ΑΝΑΡΡΟΦΗΣΗ ΤΡΟΦΗΣ» στο ιστορικό δισκάδικο POP ELEVEN των ΑΔΕΛΦΩΝ ΦΑΛΗΡΕΑ, έγινε το πρώτο βήμα για τη σταδιακή αναγνώριση του σχήματος στους κύκλους του αθηναϊκού underground. Η αισθητική τους ορίστηκε από τον περίφημο «Οχτάλογο της Home Recording», μια σειρά από άτυπους κανόνες που αποθέωναν τον αυθορμητισμό, την έλλειψη τεχνικής επιτήδευσης και την άμεση καταγραφή της στιγμής.
Παρά τη δεκαετή μουσική τους δραστηριότητα, το συγκρότημα απέφευγε τις ζωντανές εμφανίσεις. Το πρώτο «με το ζόρι» live πραγματοποιήθηκε στο AN CLUB, ύστερα από δέκα ολόκληρα χρόνια παρουσίας. Σε εκείνη την ιστορική συναυλία, οι LOST BODIES παρουσίασαν μια διασκευή στην «ΙΘΑΚΗ» του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΦΗ με τη συνοδεία του punk συγκροτήματος ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΑΠΟΒΛΗΤΑ, δείχνοντας από νωρίς την τάση τους να παντρεύουν τη λογοτεχνική ποίηση με τον θόρυβο.
Καταλυτικό ρόλο στην περαιτέρω εξέλιξή τους έπαιξε ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ, ο οποίος διέκρινε τη μοναδικότητα της γραφής τους και τους παρότρυνε να μεταβούν στη δισκογραφία. Έτσι, το 1997 κυκλοφορεί ο πρώτος τους επίσημος δίσκος με τίτλο «ΖΩΗ», ανοίγοντας τον δρόμο για μια σειρά από εξαιρετικά άλμπουμ όπως το «ΦΙΓΟΥΡΙΝΙ» (2013), το «SPECIFIC OCEAN» (2018) και το πρόσφατο διπλό βινύλιο «HOT STORIES».
ΜΕΡΟΣ Δ΄: ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ
1. «ΣΩΛΗΝΕΣ» – Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΚΑΙ Η ΑΠΟΣΕΝΩΣΗ
Το τραγούδι «ΣΩΛΗΝΕΣ» αποτελεί ίσως το πιο καλτ και αναγνωρίσιμο κομμάτι των LOST BODIES. Μέσα από έναν παραληρηματικό, θεατρικό μονόλογο του ΘΑΝΟΥ ΚΟΗ, το κομμάτι περιγράφει την απόλυτη υπαρξιακή παράνοια του σύγχρονου εργαζόμενου.
| Παράμετρος | Ανάλυση Σύνθεσης |
| Πηγή Έμπνευσης | Σκίτσο του Αργεντινού γελοιογράφου QUINO με θέμα την υπερπαραγωγή. |
| Θεματικός Πυρήνας | Η αποξένωση της βιομηχανικής εργασίας και ο εγκλωβισμός του ανθρώπου. |
| Ηχητική Δομή | Minimal post-punk υπόβαθρο με έμφαση στον προφορικό λόγο. |
| Κεντρικό Σύνθημα | «Φτου ρε πούστη μου δουλειά!» / «Έχει πήξει ο τόπος στους σωλήνες». |
Ο ήρωας του τραγουδιού, βγαίνοντας από τη βάρδια του εργοστασίου όπου παράγει χιλιάδες σωλήνες, διαπιστώνει ότι το αντικείμενο της καταναγκαστικής του δουλειάς έχει εισβάλει σε κάθε πτυχή της ζωής του. Στο φαρμακείο του προσφέρουν φάρμακο σε σωληνάριο, στην παραλία του προτείνουν δόλωμα «σωλήνα», και η πραγματικότητά του μετατρέπεται σε εφιάλτη. Πρόκειται για μια αριστουργηματική, dadaist επίθεση στον παραλογισμό της βιομηχανικής παραγωγής.
2. «ΑΡΚΕΤΑ, ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ» – ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ
Αν οι «ΣΩΛΗΝΕΣ» εκφράζουν την εργασιακή παράνοια, το «ΑΡΚΕΤΑ, ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ (με την κονόμα και τις μαλακίες σας, μας γαμήσατε!)» είναι η συμπυκνωμένη κοινωνική και πολιτική οργή.
Δημιουργημένο κατά την περίοδο της στενής συνεργασίας του ΘΑΝΟΥ ΚΟΗ με τον πρωτοπόρο συνθέτη και τσελίστα ΝΙΚΟ ΒΕΛΙΩΤΗ μετά το 2000, το τραγούδι χρησιμοποιεί τη γλώσσα του δρόμου χωρίς ωραϊσμούς. Στοχεύει ευθέως στην ελίτ της «κονόμας», στη διαφθορά των «ημετέρων» και στην πολιτική υποκρισία. Το κομμάτι μετατράπηκε σε viral σύνθημα, γράφτηκε σε τοίχους, ακούστηκε σε διαδηλώσεις και παρέμεινε αφοπλιστικά επίκαιρο σε κάθε περίοδο κοινωνικής και οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα.
ΜΕΡΟΣ Ε΄: Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ UNDERGROUND ΚΑΙ ΤΑ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ
Στο βιβλίο του «ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΕΟΥ ΧΑΡΑ» (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ), ο ΘΑΝΟΣ ΚΟΗΣ δίνει τον δικό του αυθεντικό ορισμό για την ανεξάρτητη τέχνη:
«Underground είναι το να μην κρύβεις αυτό που έχεις να πεις και να το λες με τον τρόπο που εσύ επιλέγεις, αδιαφορώντας για τη λογοκρισία, το νυσταλέο κοινό σου, για την απήχηση ή ακόμα χειρότερα για την εμπορικότητα αυτού που θα πεις».
Αυτή η αδιαλλαξία αποτυπώθηκε με εξαιρετικό τρόπο σε δύο σημαντικά ντοκιμαντέρ:
To ντοκιμαντέρ του ΓΙΑΝΝΗ ΜΙΣΟΥΡΙΔΗ (2010): Εστίασε στην καθημερινότητα, τις πρόβες και την ιδιαίτερη αισθητική της μπάντας, αναδεικνύοντας τα τραγούδια-σταθμούς όπως οι «ΣΩΛΗΝΕΣ» και το «ΑΡΚΕΤΑ, ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ».
Ο «ΙΛΙΣΟΣ» του ΣΩΤΗΡΗ ΜΠΕΚΑΣ (2016): Ένα κινηματογραφικό πορτρέτο του ΘΑΝΟΥ ΚΟΗ, που παρακολουθεί τις διαδρομές του στην πόλη, τις σκέψεις του για την τέχνη, την ποίηση, τον σεξισμό και την πολιτική.
Επιπλέον, η κινηματογραφική ματιά του ΘΑΝΟΥ ΚΟΗ αντανακλάται και στις προσωπικές του αναφορές, όπου ξεχωρίζει τον Φινλανδό σκηνοθέτη AKI KAURISMÄKI ως έναν από τους αγαπημένους του δημιουργούς, βρίσκοντας κοινά στοιχεία στον λακωνικό, ανθρωποκεντρικό και μελαγχολικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τους περιθωριακούς ήρωες.
ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄: Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΣΤ@ΡΧΙΔΙ@ ΜΑΣ ΟΙ ΕΞΥΠΝΟΙ ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΠΙΟ ΨΗΛΑ…»
Η τριανταοκτάχρονη πορεία του συγκροτήματος αποτυπώθηκε ολοκληρωμένα στη συλλογική έκδοση (βιβλίο-άλμπουμ με συνοδευτικό CD) υπό τον τίτλο «LOST BODIES - ΣΤ@ΡΧΙΔΙ@ ΜΑΣ ΟΙ ΕΞΥΠΝΟΙ ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΠΙΟ ΨΗΛΑ…», που κυκλοφόρησε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ.
Δομή και Περιεχόμενο της Έκδοσης
17 Κεφάλαια Χρονικού: Η έκδοση ξεδιπλώνει την ιστορία της μπάντας μέσα από κείμενα φίλων, συνεργατών και δημοσιογράφων.
Επιμέλεια Κειμένων: Την επιμέλεια υπέγραψε ο ΠΑΥΛΟΣ ΑΒΟΥΡΗΣ.
Συντελεστές & Αρθογράφοι: Περιλαμβάνει αναλύσεις από τον ΘΑΝΑΣΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ (εκδότη του μουσικού φανζίν ΕΝΤΡΟΠΙΑ), τον ΓΙΑΝΝΗ Ν. ΚΟΛΟΒΟ, τον ΑΝΤΩΝΗ ΞΑΓΑ, τη ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, καθώς και εκ βαθέων συνεντεύξεις (όπως η ιστορική συνέντευξη στο περιοδικό MIC το 2011).
Αρχειακό Υλικό: Πλούσιο φωτογραφικό υλικό, εξώφυλλα δίσκων, πόστερ συναυλιών, σκίτσα, χειρόγραφοι στίχοι και η πλήρης εργογραφία από τις κασέτες του ’80 μέχρι σήμερα.
Bonus CD: Περιλαμβάνει επτά χαρακτηριστικά tracks που σφράγισαν την πορεία τους.
ΜΕΡΟΣ Ζ΄: ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ Η ΑΔΙΑΛΛΑΚΤΗ ΣΤΑΝΗ – «HOT STORIES»
Βαδίζοντας προς το τέλος της έκτης δεκαετίας της ζωής του, και παρά τις δοκιμασίες της υγείας του, ο ΘΑΝΟΣ ΚΟΗΣ συνεχίζει να αντιμετωπίζει τη μουσική δημιουργία όχι ως επάγγελμα ή υποχρέωση, αλλά ως οργανική ανάγκη. Σε ερώτηση για το αν αντέχει ακόμα να παίζει live και να βγάζει δίσκους, η απάντησή του συμπυκνώνει ολόκληρη τη φιλοσοφία των LOST BODIES:
«Ρωτάς αν αντέχω ακόμα να παίζουμε; Να κάνουμε συναυλίες; Να βγάζουμε δίσκους; Ρωτάς αν έχω κουράγιο; Μα αυτό που κάνω είναι μαγεία! Δεν τίθεται ερώτημα αν αντέχεις εφόσον περνάς καλά… αυτό που κάνω με τους Lost Bodies είναι στη φύση μου».
Τρανή απόδειξη αυτής της ακατάβλητης ενέργειας αποτελεί η κυκλοφορία του διπλού βινυλίου «HOT STORIES», που περιλαμβάνει 14 ολοκαίνουργια κομμάτια. Οι LOST BODIES παραμένουν ενεργοί, ζωντανοί και επικίνδυνοι, αποδεικνύοντας ότι το αληθινό underground δεν γερνάει ποτέ· απλώς συνεχίζει να φωνάζει την αλήθεια του, κόντρα στα ρεύματα και στις μόδες της κάθε εποχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου