1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ & ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ
Το τραγούδι «Čudna jada od Mostara grada» (Παράξενος πόνος/καημός από την πόλη του Μόσταρ) αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα, εμβληματικά και διαχρονικά δείγματα της παραδοσιακής αστικής δημοτικής μουσικής της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, γνωστής ως σεβνταλίνκα (sevdalinka).
Η Πρώτη Γραπτή Καταγραφή (1930): Η παλαιότερη γνωστή καταγραφή του τραγουδιού δημοσιεύτηκε το 1930 στο κροατικό μουσικό/εκκλησιαστικό περιοδικό «Sv. Cecilija» (Τεύχος 5)
από τον φραγκισκανό μοναχό, εθνομουσικολόγο και συνθέτη fra Bruno Adamčik. Στη μελέτη του με τίτλο «Tri napjeva iz Hercegovine» (Τρεις μελωδίες από την Ερζεγοβίνη), περιέλαβε τη μελωδία σε παρτιτούρα μαζί με το πλήρες κείμενο.Χρονολόγηση & Πληροφοριοδότες: Ο Adamčik σημείωνε τότε ότι το τραγούδι ήταν ήδη περίπου 20 ετών, τοποθετώντας τη δημιουργία του γύρω στο 1910 (τέλη της Αυστροουγγρικής περιόδου στη Βοσνία). Τη μελωδία τού την τραγούδησε ο Franjo Brkić, ενώ τους στίχους τού τους παρέδωσαν ο Hasan Broka και η κόρη του Nusra.
Πραγματικά Πρόσωπα & Τοπωνύμια: Η εθνομουσικολόγος Jasmina Talam κατατάσσει το κομμάτι στις ιστορικές μπαλάντες. Η πλοκή δεν είναι αποκύημα φαντασίας· στηρίζεται σε πραγματικά πρόσωπα και τοπικές οικογένειες του Μόσταρ των αρχών του 20ού αιώνα, όπως η παλαιά οικογένεια Čelebić, καθώς και τα επώνυμα Čevro, Šestić και Šehović. Παράλληλα, αναφέρεται το ιστορικό καφενείο του Šestić (Šestića kafana).
2. ΟΙ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥΣ
Η βασική ιστορία πραγματεύεται ένα τραγικό ερωτικό δράμα, αλλά χωρίζεται σε δύο εντελώς διαφορετικές μορφές λόγω της εξέλιξης της προφορικής παράδοσης.
Α. Η Αρχική/Πλήρης Έκδοση (Η Τραγική Μπαλάντα)
Στη διασωθείσα μορφή του 1930, το τραγούδι είναι μια εκτενής, σκοτεινή αφηγηματική μπαλάντα:
Η Αρρώστια & η Κατάρα: Η νεαρή Habiba – Biba Čelebić λιώνει στο κρεβάτι από βαριά αρρώστια και ερωτικό καημό. Η μητέρα της, εξοργισμένη, καταριέται τον αγαπημένο της κόρης της, τον Ahmo (Αχμέτ).
Η Υπεράσπιση: Η Μπίμπα υπερασπίζεται τον Αχμό λέγοντας στη μάνα της να μην τον καταριέται, διότι της έχει υποσχεθεί πως θα την παντρευτεί το φθινόπωρο.
Ο Θάνατος: Η υγεία της επιδεινώνεται. Πριν ξεψυχήσει, στέλνει τους τελευταίους χαιρετισμούς (selam) στον Αχμό και στη μητέρα του και ζητά να προετοιμαστούν μεταξωτά μαντήλια (čevre) για το φορείο της νεκρικής της πομπής (dženaza).
Η Επιστροφή & η Αποκάλυψη: Ο Αχμό, αγνοώντας την κατάσταση, επιστρέφει από το στρατόπεδο/στρατό (lager). Σταματά στο καφενείο του Šestić για να πιει καφέ και εκεί μαθαίνει για τον θάνατο της Μπίμπα.
Το Παρηγορητικό Φινάλε: Βλέποντας τον Αχμό συντετριμμένο, ο φίλος του ο Sule προσπαθεί να τον παρηγορήσει, αποκαλύπτοντας πως κι εκείνος ζει με τον ίδιο πόνο, καθώς έχασε τη δική του μεγάλη αγάπη, τη Đulsa.
Β. Η Σύγχρονη/Δημοφιλής Εκδοχή (Η Συντομευμένη Σεβνταλίνκα)
Όταν το τραγούδι πέρασε στη ραδιοφωνία και τη δισκογραφία του 20ού αιώνα:
Αφαιρέθηκε πλήρως το δεύτερο μισό της ιστορίας (η επιστροφή του Αχμό, το καφενείο, ο θάνατος, ο διάλογος με τον Σούλε).
Το κείμενο περιορίστηκε αποκλειστικά στον διάλογο μάνας και κόρης στο δωμάτιο.
Ο ρυθμός έγινε πιο ζωντανός και το ύφος μετατράπηκε από πένθιμη μπαλάντα σε ένα κλασικό ερωτικό τραγούδι πόθου.
3. ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ
Στις διάφορες εκτελέσεις συναντώνται μικρές αλλά χαρακτηριστικές παραλλαγές στους στίχους:
Ο λόγος της ασθένειας:
Παραλλαγή Α: «Jer moj Ahmo s' drugom razgovara» (Επειδή ο Αχμό μου μιλάει με άλλη).
Παραλλαγή Β: «Jer moj dragi s' drugom razgovara» (Επειδή ο αγαπημένος μου μιλάει με άλλη — γενικευμένο χωρίς όνομα).
Η κατάρα της μητέρας:
Παραλλαγή Α: «Kakav Ahmo voda ga odnijela» (Ποιος Αχμό, να τον πάρει το ποτάμι).
Παραλλαγή Β: «Kakav dragi voda ga odnijela» (Ποιος αγαπημένος, να τον πάρει το ποτάμι).
4. ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ & ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ
Το «Čudna jada od Mostara grada» έχει ερμηνευτεί από τα μεγαλύτερα ονόματα της παραδοσιακής και σύγχρονης βαλκανικής σκηνής:
Dr. Himzo Polovina: Η εκτέλεσή του θεωρείται η πλέον κλασική και σημείο αναφοράς. Ο Polovina (γιατρός νευροψυχίατρος και σπουδαίος τραγουδιστής) έδινε τεράστια σημασία στην ψυχολογική ερμηνεία των στίχων.
Mostar Sevdah Reunion: Το διάσημο συγκρότημα από το Μόσταρ ανανέωσε ριζικά το κομμάτι, μπολιάζοντάς το με στοιχεία τζαζ, μπλουζ και Balkan étnik, κάνοντάς το γνωστό σε διεθνές επίπεδο.
Meho Puzić & Nedeljko Bilkić: Δύο από τις πιο δημοφιλείς παραδοσιακές λαϊκές ηχογραφήσεις της χρυσής εποχής της γιουγκοσλαβικής ραδιοφωνίας.
Beba Selimović & Amira Medunjanin: Σπουδαίες γυναικείες ερμηνείες που έδωσαν έμφαση στη λυρικότητα και το συναίσθημα της ηρωίδας.
Damir Mrkaljević (Project STRIGOI): Μία πρόσφατη ερευνητική προσέγγιση που επιχειρεί τη μουσική ανακατασκευή της αρχικής μπαλάντας του 1930, επαναφέροντας στη δισκογραφία τους ξεχασμένους στίχους και την πλήρη τραγική ιστορία.
Ο ήλιος χαμήλωνε πάνω από τις πέτρινες ράχες του Μόσταρ, βάφοντας τις στέγες με ένα βαθύ, πορφυρό φως. Μέσα στο χαμηλοτάβανο δωμάτιο, η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, γεμάτη από τη μυρωδιά του ξερού δυόσμου και της απελπισίας. Στο στρώμα έκειτο η Χαμπίμπα, η Μπίμπα των Τσελεμπίτσι, λιγόσαρκη, με τα μάτια της βυθισμένα σε έναν πυρετό που δεν έκαιγε μόνο το σώμα, αλλά την ίδια της τη ψυχή.
Η μάνα της, στέκοντας πάνω από το κεφάλι της, έσφιγγε τα χέρια της με οργή. «Κατάρα να τον βρει! Να τον πάρει το ποτάμι, να τον καταπιεί η γη τον Αχμέτ σου! Αυτός σε έφερε σε αυτό το χάλι, αυτός σε λιώνει μέρα με τη μέρα!»
Η Μπίμπα αναστέναξε βαριά, μαζεύοντας όση δύναμη της είχε απομείνει. Έστρεψε το παγωμένο της βλέμμα στη μάνα της. «Μη, μάνα... Μη τον καταριέσαι τον Αχμό μου. Δικός μου είναι ο καημός, όχι δικός του. Μου υποσχέθηκε πως σαν έρθει το φθινόπωρο και πέσουν τα φύλλα, θα έρθει να με πάρει γυναίκα του. Μη του ρίχνεις ανάθεμα...»
Όμως το φθινόπωρο άργησε, κι η ζωή της Μπίμπα γλιστρούσε σαν το νερό μέσα από τα δάχτυλα. Καθώς το βράδυ έπεφτε βαρύ, η αναπνοή της γινόταν όλο και πιο κοφτή. Ένιωθε το τέλος να ζυγώνει. «Μάνα...» ψιθύρισε, «σαν φύγω, στείλε τους χαιρετισμούς μου, το σέλαμ μου, στον Αχμό και στη μάνα του. Και ετοιμάστε τα τσέβρε... τα μεταξωτά μαντήλια. Στολίστε με αυτά το φορείο μου, για να με πάνε όμορφα στη τζεναζά μου...»
Λίγες στιγμές μετά, το δωμάτιο βυθίστηκε στη σιωπή. Η Μπίμπα είχε πετάξει.
Την ίδια ακριβώς ώρα, οι οπλές των αλόγων αντηχούσαν στα καλντερίμια. Ο Αχμό επέστρεφε από το λαγέρ, από το στρατόπεδο, κουρασμένος από τον δρόμο αλλά με την καρδιά του γεμάτη λαχτάρα. Αγνοώντας τα πάντα, κατέβηκε από το άλογο και τράβηξε ίσια για το καφενείο του Σέστιτς, εκεί που μαζεύονταν πάντα οι άντρες της πόλης. Σκόπευε να ξαποστάσει, να πιει ένα φλιτζάνι καφέ κι ύστερα να τρέξει να δει τη δική του Μπίμπα.
Πέρασε το κατώφλι του καφενείου, αλλά η συνηθισμένη φασαρία κόπηκε μαχαίρι. Τα βλέμματα όλων έπεσαν πάνω του, βαριά και αμήχανα. Ο καφετζής άφησε το μπρίκι στην άκρη χωρίς να πει λέξη.
«Τι τρέχει, βρε παιδιά;» ρώτησε ο Αχμό, νιώθοντας έναν ξαφνικό κόμπο στο στομάχι. «Γιατί με κοιτάτε έτσι;»
Τότε πλησίασε ο Σούλε, ο κολλητός του φίλος. Έβαλε το χέρι του στον ώμο του Αχμό, με τα μάτια βουρκωμένα. «Αχμό, αδερφέ μου... Η Μπίμπα δεν είναι πια εδώ. Έσβησε από τον καημό της για σένα πριν λίγη ώρα...»
Ο κόσμος γύρω από τον Αχμό κατέρρευσε. Τα γόνατά του λύγισαν, το βλέμμα του έχασε το φως του κι ένας βουβός πόνος τον έπνιξε. Δεν μπορούσε να αρθρώσει ούτε λέξη, κοιτώντας το κενό, συντετριμμένος από τη μοίρα που του έπαιξε το πιο σκληρό παιχνίδι.
Ο Σούλε έσφιξε τη γροθιά του, καθίστε δίπλα του και του ψιθύρισε χαμηλόφωνα, προσπαθώντας να μοιραστεί το βάρος της συντριβής: «Κλάψε, Αχμό... Κλάψε. Ξέρω τι νιώθεις. Δεν είσαι ο μόνος που η γη του έγινε μαύρη. Κι εγώ... κι εγώ έχασα τη δική μου τη Τζούλσα. Ο ίδιος πόνος μας καίει και τους δυο.»
Κι έτσι, στο σκοτεινό καφενείο του Σέστιτς, ανάμεσα σε καπνούς και σιωπή, δύο φίλοι έμειναν να μοιράζονται τη βαριά ορφάνια της αγάπης τους, ενώ έξω το Μόσταρ βύθιζε τις μνήμες του στο ποτάμι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου