Nona. Μια λέξη, μια κραυγή, μια μουσική συμπύκνωση που δεν περιορίζεται από γεωγραφικά σύνορα, λεξικά ή γλωσσικούς φραγμούς. Όταν οι Pagan παρουσίασαν το «Nona», δεν έβγαλαν απλώς άλλο ένα κομμάτι στη δισκογραφία τους· άνοιξαν μια πύλη προς έναν χώρο όπου το παρελθόν και το μέλλον συναντώνται χωρίς μεσάζοντες. Η σύλληψη αυτού του έργου πατάει γερά στη μήτρα της παράδοσης, αλλά αναπνέει με τους πνεύμονες του σήμερα, δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο που σε κατακλύζει από το
πρώτο κιόλας δευτερόλεπτο.Στον πυρήνα αυτού του ταξιδιού βρίσκεται ο αρχέγονος ρυθμός του μπάλου, σε μέτρο 2/4. Ένας ρυθμός κυκλικός, ζωογόνος, χορευτικός και βαθιά τελετουργικός, που κουβαλάει αιώνες μνήμης από τα πανηγύρια, τα χώματα και τις κοινότητες της υπαίθρου. Ο Σταύρος Τσουμάνης, ο οποίος υπογράφει τη μουσική, τους στίχους και την παραγωγή, δεν προσεγγίζει αυτόν τον ρυθμό μουσειακά. Αντί να τον κλείσει σε μια γυάλινη προθήκη για να τον θαυμάζουμε από απόσταση, τον αρπάζει, τον ανασυνθέτει και τον μπολιάζει με τη ωμή ενέργεια και το εκστατικό νεύρο της ροκ και της μέταλ αισθητικής. Ο μπάλος μεταμορφώνεται σε ένα άρμα μάχης που καλπάζει ανάμεσα σε αιώνες, γεφυρώνοντας το δημοτικό πανηγύρι με τη σύγχρονη εναλλακτική σκηνή.
Αυτό που κάνει, ωστόσο, το «Nona» πραγματικά μοναδικό δεν είναι μόνο η ρυθμική του μήτρα, αλλά η απουσία συμβατικών λέξεων. Στο κομμάτι αυτό δεν υπάρχουν στίχοι με την κλασική έννοια, καμία ανθρώπινη γλώσσα που να περιορίζει το νόημα σε μια συγκεκριμένη εθνικότητα ή σε μια συγκεκριμένη εποχή. Η φωνή της Έβελυν Ασσουάντ δεν «τραγουδάει» με την έννοια της αφήγησης μιας ιστορίας· λειτουργεί αποκλειστικά ως καθαρό, πρωτογενές μουσικό όργανο. Δανείζεται στοιχεία από κατασκευασμένες, φανταστικές γλώσσες, παρόμοιες με αυτές που πλάθονται στην επική λογοτεχνία φαντασίας για να αποδώσουν συναισθήματα πέρα από τις λέξεις. Είναι μια πανανθρώπινη γλώσσα φωνηέντων, χρωμάτων και ηχοχρωμάτων. Η φωνή της γίνεται άνεμος, γίνεται κύμα, γίνεται σπαραγμός και λύτρωση, επιτρέποντας στον καθένα να προβάλει σε αυτήν τα δικά του βιώματα, τις δικές του αγωνίες και τις δικές του χαρές. Εδώ, το συνασίσθημα δεν μεταφράζεται· βιώνεται άμεσα, δερματικά, ακριβώς όπως το ένιωθε ο άνθρωπος των σπηλαίων ή όπως το νιώθει ο σύγχρονος αστός που αναζητά μια διέξοδο από την τσιμεντένια απομόνωση.
Η ενορχήστρωση λειτουργεί ως το σώμα αυτού του αέναου πνεύματος. Κάθε όργανο έχει τον δικό του καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία της τελετουργίας. Ο Θάνος Τσελέμπης χτίζει το ρυθμικό υπέδαφος με το σαντούρι και το μπεντίρ, δίνοντας μια αιθέρια αλλά ταυτόχρονα γήινη υφή στη μελωδία, σαν τα σφυριά του σαντουριού να χτυπούν τις ίδιες τις φλέβες της γης. Ο Δημήτρης Μπιζός αναλαμβάνει να φέρει την ηλεκτρική κιθάρα, προσθέτοντας αυτό το σκοτεινό, διαβρωτικό και ηλεκτρισμένο κύμα που μετατρέπει την παράδοση σε σύγχρονο ηλεκτρικό μύθο. Ο Ανδρέας Αρβανίτης, κρατώντας το λαούτο και την τσαμπούνα, συνδέει ευθέως το κομμάτι με τα βουνά και τις πλαγιές, φέρνοντας το αγνό, διαπεραστικό αγέρι της φύσης μέσα στον κ κλειστό χώρο της ηχογράφησης. Τέλος, ο Σταύρος Τσουμάνης συμπληρώνει το παζλ με τα synths και την καμινάδα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα πυκνής ομίχλης και μυσταγωγίας, εκεί όπου το οργανικό συναντά το ψηφιακό και το αρχαίο συναντά το φουτουριστικό.
Η ηχογράφηση και η παραγωγή έγιναν από τον ίδιο τον Σταύρο Τσουμάνη, διατηρώντας ακέραιη την καλλιτεχνική του ταυτότητα και το προσωπικό του όραμα, ενώ η μίξη και το μάστερ στα Soundflakes Studios από τον Νίκο Παπαδόπουλο εξασφάλισαν ότι κάθε συχνότητα, από το βαθύ χτύπημα του μπεντίρ μέχρι το τσίμπημα της ηλεκτρικής κιθάρας, αναπνέει σωστά και δίνει την απαιτούμενη δυναμική στον ακροατή. Οπτικά, η εμπειρία ολοκληρώνεται μέσα από τον φακό του φωτογράφου Μιγούελ Κατιμερτζόπουλου και τη σκηνοθετική ματιά του Γιάννη Πιταράκη στο βίντεο, οι οποίοι αποτυπώνουν με ακρίβεια αυτή τη σκοτεινή, τελετουργική αισθητική των Pagan, όπου η φύση, ο άνθρωπος και η τέχνη γίνονται ένα.
«Φως και Σκοτάδι έγιναν ένα.. βρήκαν τη Μάνα Γη οι μελωδίες.. και εγένετο Άπειρο..»
Αυτή η φράση περικλείει ολόκληρη τη φιλοσοφία του «Nona». Δεν πρόκειται απλώς για μια μουσική κυκλοφορία, αλλά για μια πράξη επανασύνδεσης με το Άπειρο. Οι Pagan δεν παίζουν απλώς μουσική· καλούν τον ακροατή να κλείσει τα μάτια, να αφήσει πίσω του τον θόρυβο της καθημερινότητας και να παραδοθεί σε έναν παλμό που υπήρχε πριν από εμάς και θα συνεχίσει να υπάρχει πολύ αφού σβήσουν τα φώτα. Είναι η υπενθύμιση ότι μέσα από τη μουσική, το σκοτάδι και το φως μπορούν να συμφιλιωθούν, αρκεί να αφεθούμε στις μελωδίες της Μάνας Γης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου