Στην παραδοσιακή Ιαπωνία, μια ομάδα γυναικών κατάφερε να μετατρέψει το σκοτάδι της όρασης σε ένα λαμπρό φως πολιτισμού. Οι GOZE (瞽女) ήταν τυφλές γυναίκες μουσικοί που από την περίοδο EDO έως τα μέσα του 20ού αιώνα διέσχιζαν την επαρχία προσφέροντας ψυχαγωγία και θρησκευτική παρηγοριά. Οργανωμένες σε αυστηρές συντεχνίες, ζούσαν ανεξάρτητες, μακριά από τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής που ήθελαν τη γυναίκα περιορισμένη στο σπίτι. Με το SHAMISEN στην πλάτη και το ραβδί στο χέρι, οι GOZE δεν ήταν απλώς μουσικοί· ήταν οι φύλακες της συλλογικής μνήμης, μεταφέροντας ειδήσεις, ιστορίες και θρύλους από χωριό σε χωριό. Η πειθαρχία τους ήταν σιδηρά και η τέχνη τους η μοναδική τους περιουσία.
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ SHUNTOKU-MARU
Κ Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ SHUNTOKU-MARU: ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΛΥΤΡΩΣΗΣ
Αυτή είναι η πιο εμβληματική ιστορία στο ρεπερτόριο των GOZE. Ο SHUNTOKU-MARU, ένας πανέμορφος νέος, πέφτει θύμα της κατάρας της μητριάς του, χάνοντας την ομορφιά και την όρασή του. Διωγμένος από το σπίτι του, περιπλανιέται ως ζητιάνος μέχρι που η πιστή του αρραβωνιαστικιά, η OTOHIME, τον βρίσκει και τον οδηγεί σε ένα ιερό προσκύνημα. Μέσα από την αγάπη και την πίστη, το θαύμα συμβαίνει και το φως επιστρέφει στα μάτια του. Για τις GOZE, αυτή η ιστορία ήταν μια πράξη ενσυναίσθησης· τραγουδώντας για τον SHUNTOKU-MARU, τραγουδούσαν για τη δική τους μοίρα, θυμίζοντας σε όλους ότι η αληθινή όραση βρίσκεται στην καρδιά και ότι καμία δοκιμασία δεν είναι ανυπέρβλητη.Ακολουθεί η πλήρης και εκτενής απόδοση της Μπαλάντας του Shuntoku-maru, γραμμένη με την πυκνότητα και τη λεπτομέρεια που απαιτεί η παράδοση των Goze. Το κείμενο ακολουθεί τη δομή των μεγάλων επικών αφηγήσεων, ενσωματώνοντας διαλόγους, περιγραφές τοπίων και τον βαθύ θρησκευτικό μυστικισμό της εποχής.
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ SHUNTOKU-MARU: ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΛΥΤΡΩΣΗΣ
ΕΝΟΤΗΤΑ Α: Η ΧΡΥΣΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΒΑΤΣΙ
Στην επαρχία Καβάτσι, εκεί που οι λόφοι αγκαλιάζουν τον ορίζοντα και τα νερά των ποταμών κελαρύζουν σαν ασημένιες χορδές, ζούσε ο άρχοντας Νομπουγιόσι. Ήταν ένας άνδρας ευλογημένος με πλούτη και σεβασμό, όμως η μεγαλύτερη περηφάνια του ήταν ο γιος του, ο Shuntoku-maru.
Ο Shuntoku-maru δεν ήταν ένας συνηθισμένος νέος. Λέγεται πως όταν γεννήθηκε, τα πουλιά σταμάτησαν το κελάηδισμα για να ακούσουν την πρώτη του ανάσα. Η ομορφιά του ήταν τέτοια που την παρομοίαζαν με το φως του αυγερινού πάνω στο φρέσκο χιόνι. Ήταν ευφυής, καλλιεργημένος στις τέχνες και τη γραφή, και η καρδιά του ήταν γεμάτη καλοσύνη. Όλη η επαρχία γνώριζε πως αυτός ο νέος ήταν προορισμένος για μεγάλες δόξες.
Όμως, η μοίρα συχνά φέρνει σύννεφα εκεί που ο ήλιος λάμπει πιο δυνατά. Η μητέρα του πέθανε νωρίς, αφήνοντας ένα κενό που ο πατέρας του προσπάθησε να γεμίσει φέρνοντας στο σπίτι μια νέα σύζυγο, την Ο-Ταμάτε.
ΕΝΟΤΗΤΑ Β: ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΦΘΟΝΟΥ
Η Ο-Ταμάτε μπήκε στο αρχοντικό του Καβάτσι με χαμόγελο, αλλά πίσω από τα βαμμένα χείλη της έκρυβε μια καρδιά από παγωμένο σίδερο. Είχε φέρει μαζί της τον δικό της γιο από προηγούμενο γάμο και γρήγορα κατάλαβε πως όσο ο Shuntoku-maru ήταν ο κληρονόμος, ο δικός της γιος θα παρέμενε στη σκιά.
Ο φθόνος της μετατράπηκε σε σκοτεινή εμμονή. Άρχισε να επισκέπτεται κρυφά ναούς των ορεινών πνευμάτων, ζητώντας μια κατάρα που θα κατέστρεφε τον προγονό της. Μια νύχτα, κάτω από μια μαύρη σελήνη, ανακάτεψε ένα φίλτρο από σπάνια βότανα και τέφρα από καμένες προσευχές, και το έχυσε στο κρασί του νέου.
Η αλλαγή ήρθε σαν κεραυνός. Μέσα σε μια νύχτα, το δέρμα του Shuntoku-maru, που κάποτε έλαμπε σαν πορσελάνη, γέμισε φρικτές πληγές. Τα μάτια του, που έβλεπαν την ομορφιά του κόσμου, άρχισαν να θολώνουν μέχρι που το απόλυτο σκοτάδι τα κάλυψε. Η τύφλωση συνοδεύτηκε από μια παραμόρφωση τόσο τρομακτική, που ακόμα και οι πιστοί υπηρέτες του απέστρεφαν το βλέμμα.
Η Ο-Ταμάτε, υποκρινόμενη τον τρόμο, έπεισε τον πατέρα του πως ο Shuntoku-maru είχε χτυπηθεί από τη θεϊκή οργή για κρυφές αμαρτίες. Ο άρχοντας Νομπουγιόσι, νικημένος από την ντροπή και τον φόβο του μιάσματος, πήρε την πιο σκληρή απόφαση: ο γιος του έπρεπε να φύγει.
ΕΝΟΤΗΤΑ Γ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΚΛΗΡΩΝ
Ο Shuntoku-maru βρέθηκε στον δρόμο με μόνο ένα ραβδί από μπαμπού και ένα μπολ για ελεημοσύνη. Εδώ, η μπαλάντα των Goze γίνεται βαθιά μελαγχολική. Περιγράφουν τη στιγμή που ο νέος συνειδητοποιεί πως το ραβδί είναι πλέον τα μάτια του. Κάθε χτύπος του ξύλου στο χώμα είναι ένας χτύπος της καρδιάς του που πονά.
Περιπλανήθηκε σε χωριά όπου κάποτε τον υποδέχονταν με υποκλίσεις, ενώ τώρα τον έδιωχναν με πέτρες, νομίζοντας πως είναι πνεύμα δυστυχίας. Έμαθε τον ήχο της πείνας και το κρύο της βροχής που διαπερνά τα κουρέλια. Όμως, μέσα στο σκοτάδι του, άρχισε να αναπτύσσει μια άλλη ακοή. Άκουγε τον πόνο των άλλων, τον ψίθυρο των δέντρων και την εσωτερική φωνή που του έλεγε να μην παραδοθεί.
Κατέληξε στον ναό Σιτενό-τζι στην Οσάκα, ένα καταφύγιο για τους τυφλούς και τους αρρώστους. Εκεί, ανάμεσα στους απόκληρους, ο Shuntoku-maru βρήκε μια παράξενη γαλήνη, περιμένοντας το τέλος ή ένα σημάδι από τους θεούς.
ΕΝΟΤΗΤΑ Δ: Η ΠΙΣΤΗ ΤΗΣ OTOHIME ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ
Ενώ ο κόσμος είχε ξεχάσει τον Shuntoku-maru, η αρραβωνιαστικιά του, η Otohime, δεν τον έβγαλε στιγμή από τη σκέψη της. Παρά τις πιέσεις των γονιών της να παντρευτεί έναν υγιή άρχοντα, εκείνη ένιωθε πως ο δεσμός τους δεν είχε σπάσει.
Μεταμφιεσμένη σε ταξιδιώτισσα, άρχισε να ψάχνει σε κάθε ναό και κάθε πανδοχείο της Ιαπωνίας. Η συνάντησή τους στον ναό Σιτενό-τζι είναι η κορύφωση της μπαλάντας. Όταν η Otohime είδε τον παραμορφωμένο και τυφλό ζητιάνο, δεν έκανε πίσω. Τον αναγνώρισε από τη φωνή του και την ευγένεια της ψυχής του που παρέμενε άθικτη.
"Δεν θα σε αφήσω ποτέ," του υποσχέθηκε. Τον πήρε από το χέρι και ξεκίνησαν μαζί το δύσκολο προσκύνημα προς τον ιερό ναό του Κουμάνο, έναν τόπο όπου λέγεται πως τα θαύματα ανθίζουν ακόμα και στους πιο ξερούς βράχους.
Για εβδομάδες, η Otohime τον κουβαλούσε σχεδόν στις πλάτες της μέσα από απόκρημνα μονοπάτια. Προσευχόταν μέρα και νύχτα στον Βούδα Κανόν, τη θεότητα της ευσπλαχνίας. Στο τέλος του δρόμου, μπροστά στον ιερό καταρράκτη, η Otohime προσέφερε τα δικά της μαλλιά και τις προσευχές της ως θυσία.
Τότε, ο ουρανός άνοιξε. Ένα φως πιο δυνατό από χίλιους ήλιους περιέλουσε τον Shuntoku-maru. Οι πληγές του έκλεισαν, το πρόσωπό του έγινε ξανά πιο όμορφο από πριν, και το σημαντικότερο: το σκοτάδι υποχώρησε. Όταν άνοιξε τα μάτια του, το πρώτο πράγμα που είδε ήταν το δακρυσμένο πρόσωπο της Otohime.
ΕΝΟΤΗΤΑ Ε: Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΙΩΣΗ
Η επιστροφή στο Καβάτσι δεν ήταν μια πράξη εκδίκησης, αλλά μια πράξη αποκατάστασης της αλήθειας. Όταν ο Shuntoku-maru εμφανίστηκε στο αρχοντικό, η Ο-Ταμάτε κατέρρευσε από τον φόβο της, πιστεύοντας πως βλέπει ένα φάντασμα. Η αλήθεια για την κατάρα αποκαλύφθηκε και η σκοτεινή γυναίκα εκδιώχθηκε για πάντα.
Ο Shuntoku-maru ανέλαβε τη θέση του, αλλά δεν ξέχασε ποτέ το μάθημα του δρόμου. Κυβέρνησε με δικαιοσύνη και έχτισε καταφύγια για τους τυφλούς και τους αδύναμους, έχοντας πάντα στο πλευρό του την Otohime.
Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΗΣ GOZE Κλείνοντας τη μπαλάντα, η Goze χτυπά τις χορδές του Shamisen με δύναμη, θυμίζοντας στο κοινό πως η τύφλωση του Shuntoku-maru ήταν η δοκιμασία που τον έκανε να "δει" την αληθινή ουσία της ζωής. "Το σκοτάδι στα μάτια," έλεγαν οι Goze, "είναι συχνά η πύλη για το φως της ψυχής."
Αυτή η ιστορία παραμένει μέχρι σήμερα μια υπενθύμιση πως η αγάπη και η πίστη μπορούν να νικήσουν ακόμα και τις πιο σκοτεινές κατάρες, μετατρέποντας τον πόνο σε μια αιώνια μπαλάντα λύτρωσης.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ 3: Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΗΣ KUZUNOHA
KUZUNOHA: Η ΑΛΕΠΟΥ-ΜΗΤΕΡΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕ ΤΗΝ ΙΑΠΩΝΙΑ
Μια από τις πιο αγαπημένες ιστορίες που αφηγούνταν οι GOZE ήταν ο θρύλος της KUZUNOHA. Μια λευκή αλεπού μεταμορφώνεται σε γυναίκα για να παντρευτεί τον άνδρα που της έσωσε τη ζωή. Αποκτούν ένα παιδί, αλλά όταν η αληθινή της φύση αποκαλύπτεται κατά λάθος, η KUZUNOHA αναγκάζεται να εγκαταλείψει την οικογένειά της, αφήνοντας πίσω της ένα σπαρακτικό ποίημα γραμμένο στην πόρτα. Οι GOZE απέδιδαν τον θρήνο της μητέρας-αλεπούς με τέτοια δεξιοτεχνία στο SHAMISEN, που οι χωρικοί ξεσπούσαν σε δάκρυα. Ήταν μια ιστορία για τον αποχωρισμό και την ανιδιοτελή αγάπη, θέματα που οι ίδιες οι GOZE γνώριζαν καλά, έχοντας συχνά αποχωριστεί τις δικές τους οικογένειες για να ακολουθήσουν τον δρόμο της μουσικής.Το ποίημα αυτό είναι ένα από τα πιο διάσημα και συγκινητικά κείμενα της ιαπωνικής παράδοσης. Σύμφωνα με τον θρύλο, η Kuzunoha δεν το έγραψε με μελάνι, αλλά το χάραξε στην πίσω πλευρά της χάρτινης πόρτας (shoji) ή στον τοίχο, κρατώντας ένα πινέλο με το στόμα της, ενώ κρατούσε το παιδί της στην αγκαλιά της για τελευταία φορά.
Το ποίημα στα ιαπωνικά είναι γνωστό ως το "Waka της Kuzunoha":
恋しくば / 尋ね来て見よ / 和泉なる / 信田の森の / うらみ葛の葉
Η Μετάφραση
Σε ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά:
"Αν με αγαπάς και η καρδιά σου με ζητά, έλα να με βρεις στο δάσος της Σινόντα, στο Ιζούμι. Εκεί θα δεις τα φύλλα του κισσού (Kuzunoha), που θλιμμένα στρέφουν την ανάποδη πλευρά τους στον άνεμο."
Η Συμβολική Σημασία
Το ποίημα είναι γεμάτο από τα λεγόμενα Kakekotoba (λέξεις-παιχνίδια με διπλή σημασία), κάτι που οι Goze τόνιζαν ιδιαίτερα στην ερμηνεία τους:
Kuzunoha (葛の葉): Είναι το όνομά της, αλλά σημαίνει επίσης "το φύλλο του φυτού κούζου" (ένα είδος αναρριχητικού κισσού).
Urami (うらみ): Σημαίνει "θλίψη/παράπονο", αλλά ταυτόχρονα αναφέρεται στην "πίσω πλευρά" του φύλλου. Στην ιαπωνική ποίηση, το φύλλο που γυρίζει ανάποδα στον άνεμο συμβολίζει κάποιον που φεύγει ή μια κρυμμένη αλήθεια.
Το Δάσος της Σινόντα (信田の森): Είναι ο πραγματικός τόπος όπου η αλεπού επέστρεψε στην άγρια φύση, αλλά για το κοινό των Goze συμβόλιζε το όριο ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων και τον κόσμο των πνευμάτων.
Πώς το απέδιδαν οι Goze
Όταν οι Goze έφταναν σε αυτό το σημείο της μπαλάντας, ο ρυθμός του Shamisen γινόταν αργός και υποβλητικός. Η φωνή τους χαμήλωνε για να μεταφέρει τον ψίθυρο της Kuzunoha που φεύγει μέσα στη νύχτα.
Ήταν η στιγμή που το κοινό ένιωθε τη μεγαλύτερη σύνδεση μαζί τους, καθώς οι Goze—που οι ίδιες ζούσαν "ανάποδα" από τον κανονικό κόσμο λόγω της τύφλωσής τους—ένιωθαν βαθιά το παράπονο (urami) της ηρωίδας που δεν μπορούσε να ανήκει πουθενά ολοκληρωτικά.
Η ιστορία της Kuzunoha (葛の葉) είναι ένας από τους πιο βαθείς και πνευματικούς θρύλους που μετέφεραν οι Goze. Στο ρεπερτόριό τους, αυτή η μπαλάντα δεν ήταν απλώς μια ιστορία φαντασίας, αλλά ένας ύμνος στη μητρική αγάπη, την αυτοθυσία και τη μοίρα εκείνων που είναι αναγκασμένοι να ζουν ανάμεσα σε δύο κόσμους.
Ακολουθεί η πλήρης και λεπτομερής αφήγηση του θρύλου, διαμορφωμένη με την αισθητική και τη δομή μιας μεγάλης παράδοσης Goze.
Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΗΣ KUZUNOHA: Η ΛΕΥΚΗ ΑΛΕΠΟΥ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΣΙΝΟΝΤΑ
ΕΝΟΤΗΤΑ Α: Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ
Στην επαρχία Σετσού, κατά την περίοδο Heian, ζούσε ένας ευγενής με καθαρή καρδιά, ο Abe no Yasuna. Παρά την ευγενή του καταγωγή, ο Yasuna είχε αποσυρθεί από τις ίντριγκες της αυλής και περνούσε τον χρόνο του σε προσευχή και περισυλλογή στον ναό Shinoda Myojin.
Μια μέρα, καθώς περπατούσε στο πυκνό δάσος της Σινόντα, ο Yasuna έγινε μάρτυρας μιας σκληρής σκηνής. Ένας κυνηγός είχε στήσει παγίδα και είχε πιάσει μια πανέμορφη λευκή αλεπού. Ο κυνηγός σκόπευε να τη σκοτώσει για να χρησιμοποιήσει το συκώτι της ως φάρμακο, μια πρακτική συνηθισμένη για τις δεισιδαιμονίες της εποχής.
Ο Yasuna, νιώθοντας έναν ανεξήγητο δεσμό με το πλάσμα, προσφέρθηκε να αγοράσει την αλεπού. Ο κυνηγός αρνήθηκε και η αντιπαράθεση κατέληξε σε συμπλοκή. Ο Yasuna τραυματίστηκε, αλλά κατάφερε να ελευθερώσει την αλεπού, η οποία εξαφανίστηκε μέσα στην ομίχλη του δάσους. Λιπόθυμος και αιμόφυρτος, ο Yasuna αφέθηκε στη μοίρα του κάτω από τις φυλλωσιές.
ΕΝΟΤΗΤΑ Β: Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ KUZUNOHA
Καθώς ο Yasuna άρχισε να συνέρχεται, είδε πάνω από το μέρος του μια γυναίκα απαράμιλλης ομορφιάς. Το όνομά της ήταν Kuzunoha. Με τρυφερότητα και γνώση των βοτάνων, περιποιήθηκε τις πληγές του και τον βοήθησε να επιστρέψει στο σπίτι του.
Η Kuzunoha δεν έφυγε από το πλευρό του. Έμεινε για να τον φροντίσει μέχρι να αναρρώσει πλήρως. Μέσα στις μέρες της ανάρρωσης, ένας βαθύς έρωτας γεννήθηκε ανάμεσά τους. Η Kuzunoha ήταν η ιδανική σύντροφος: σιωπηλή, αφοσιωμένη και γεμάτη σοφία. Παντρεύτηκαν και έζησαν μερικά χρόνια απόλυτης ευτυχίας.
Ο καρπός του έρωτά τους ήταν ένα αγόρι, ο Dōji (ο οποίος αργότερα θα γινόταν ο θρυλικός μάγος Abe no Seimei). Το παιδί από μικρή ηλικία έδειχνε σημάδια εξαιρετικής ευφυΐας και μια παράξενη ικανότητα να επικοινωνεί με τα στοιχεία της φύσης. Όλα έμοιαζαν ειδυλλιακά, όμως οι Goze στο σημείο αυτό της μπαλάντας χαμηλώνουν τον τόνο του Shamisen, προαναγγέλλοντας το τέλος της ευτυχίας.
ΕΝΟΤΗΤΑ Γ: Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
Η Kuzunoha δεν ήταν άνθρωπος. Ήταν η ίδια λευκή αλεπού που ο Yasuna είχε σώσει χρόνια πριν. Είχε πάρει ανθρώπινη μορφή για να του ανταποδώσει την καλοσύνη, αλλά οι νόμοι των πνευμάτων είναι αμείλικτοι: αν η αληθινή μορφή ενός Kitsune (πνεύματος αλεπούς) αποκαλυφθεί σε άνθρωπο, η παραμονή στον κόσμο των ανθρώπων καθίσταται αδύνατη.
Μια φθινοπωρινή μέρα, ενώ η Kuzunoha κοίταζε τα χρυσά φύλλα στον κήπο, αφαιρέθηκε. Ο μικρός Dōji, παίζοντας κοντά της, είδε κάτι που κανένα ανθρώπινο μάτι δεν έπρεπε να δει: μια φουντωτή, λευκή ουρά να ξεπροβάλλει κάτω από το μεταξωτό της κιμονό.
Η μαγεία έσπασε ακαριαία. Η Kuzunoha συνειδητοποίησε με τρόμο πως το μυστικό της είχε χαθεί. Το δάκρυ της έπεσε στο χώμα, καθώς ήξερε πως εκείνη τη στιγμή, η ζωή της ως σύζυγος και μητέρα είχε φτάσει στο τέλος της.
ΕΝΟΤΗΤΑ Δ: Ο ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ
Η σκηνή του αποχωρισμού είναι το πιο σπαρακτικό μέρος που τραγουδούσαν οι Goze. Η Kuzunoha, γνωρίζοντας πως δεν μπορεί να αντικρίσει τον Yasuna ξανά χωρίς να του προκαλέσει πόνο, αποφάσισε να φύγει κρυφά το ίδιο βράδυ.
Πριν εξαφανιστεί στο δάσος της Σινόντα, πήρε ένα πινέλο. Με τρεμάμενο χέρι, έγραψε στην πίσω πλευρά της χάρτινης πόρτας (shoji) το περίφημο ποίημα που έμεινε στην ιστορία:
"Αν με αγαπάς και η καρδιά σου με ζητά, έλα να με βρεις στο δάσος της Σινόντα, στο Ιζούμι. Εκεί θα δεις τα φύλλα του κισσού (Kuzunoha), που θλιμμένα στρέφουν την ανάποδη πλευρά τους στον άνεμο."
Όταν ο Yasuna επέστρεψε και βρήκε το παιδί να κλαίει και το ποίημα στην πόρτα, κατάλαβε την αλήθεια. Η γυναίκα που αγάπησε ήταν το πλάσμα που είχε σώσει. Χωρίς δισταγμό, πήρε τον μικρό Dōji στην αγκαλιά του και έτρεξε προς το δάσος.
ΕΝΟΤΗΤΑ Ε: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ
Μέσα στο δάσος της Σινόντα, η ομίχλη ήταν τόσο πυκνή που δεν έβλεπες το χέρι σου. Ο Yasuna φώναζε το όνομά της μέχρι που η φωνή του έκλεισε. Τότε, μέσα από τα δέντρα, εμφανίστηκε μια μεγαλοπρεπής λευκή αλεπού. Τα μάτια της ήταν γεμάτα ανθρώπινη θλίψη.
Δεν μπορούσε πια να μιλήσει, αλλά ο Yasuna ένιωσε τη φωνή της μέσα στο μυαλό του. Του παρέδωσε μια κρυστάλλινη σφαίρα, το "Μαργαριτάρι της Σοφίας", ζητώντας του να το δώσει στον γιο τους για να τον προστατεύει. Με μια τελευταία, μακρόσυρτη ματιά, η λευκή αλεπού χάθηκε στα βάθη του δάσους, επιστρέφοντας για πάντα στον κόσμο των πνευμάτων.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ GOZE
Για τις Goze, η Kuzunoha ήταν μια ηρωίδα που αντιπροσώπευε τη δική τους ζωή. Όπως η αλεπού έπρεπε να κρύβει τη φύση της, έτσι και οι τυφλές γυναίκες έπρεπε να κρύβουν τον πόνο και τις δυσκολίες τους πίσω από την τέχνη τους.
Ο γιος της, ο Abe no Seimei, έγινε ο μεγαλύτερος Onmyōji (αστρολόγος και μάγος) στην ιστορία της Ιαπωνίας, λέγεται μάλιστα πως οι δυνάμεις του προέρχονταν από τη μητέρα του, το πλάσμα του δάσους.
Η μπαλάντα τελειώνει πάντα με τον ήχο του Shamisen να μιμείται τον άνεμο που θροΐζει στα φύλλα του κισσού (Kuzunoha). "Τίποτα δεν χάνεται," τραγουδούσαν οι Goze, "όσο υπάρχει κάποιος να θυμάται το τραγούδι του δάσους."
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ O-CHIYO ΚΑΙ ΤΟΥ HANBEI
ΚΕΙΜΕΝΟ: O-CHIYO ΚΑΙ HANBEI: ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Στις "KUDOKI" (αισθηματικές μπαλάντες) των GOZE, η ιστορία της O-CHIYO και του HANBEI κατείχε ξεχωριστή θέση. Ένας έρωτας ανάμεσα σε μια πλούσια κοπέλα και έναν ταπεινό υπάλληλο που προσκρούει στα τείχη των κοινωνικών τάξεων. Μην μπορώντας να ζήσουν μαζί σε αυτόν τον κόσμο, οι δύο εραστές επιλέγουν τη διπλή αυτοκτονία (SHINJU) κάτω από τις ανθισμένες κερασιές. Οι GOZE μετέφεραν αυτή την τραγωδία με μελωδίες που αντηχούσαν στα βουνά, μετατρέποντας τον πόνο σε τέχνη. Μέσα από αυτά τα τραγούδια, η κοινότητα των GOZE λειτουργούσε ως ένας ζωντανός καθρέφτης της κοινωνίας, δίνοντας φωνή στα πάθη και τις αδικίες που παρέμεναν κρυμμένα πίσω από τις κλειστές πόρτες.
Ακολουθεί η πλήρης και αναλυτική απόδοση της ιστορίας της O-Chiyo και του Hanbei, γραμμένη με τον τρόπο που οι Goze ξεδίπλωναν την αφήγησή τους: με πλούσιες περιγραφές, εσωτερικούς διαλόγους και την απαραίτητη δραματική ένταση που απαιτεί μια επική μπαλάντα.
Ο-CHIYO ΚΑΙ HANBEI: ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΕΝΤΟ
(Μια Μπαλάντα των Goze για την Αιώνια Πίστη)
ΕΝΟΤΗΤΑ Α: Η ΑΝΘΙΣΗ ΜΙΑΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Στην καρδιά του παλιού Έντο, εκεί που τα κανάλια αντανακλούσαν το φως των χάρτινων φαναριών και οι δρόμοι μύριζαν φρέσκο ξύλο κέδρου, βρισκόταν ο εμπορικός οίκος του Master Tokuemon. Ο οίκος του ήταν ξακουστός για τα μεταξωτά υφάσματα και τα πολύτιμα κιμονό του. Όμως, ο αληθινός θησαυρός του σπιτιού ήταν η κόρη του, η O-Chiyo.
Η O-Chiyo δεν ήταν μόνο όμορφη· είχε μια φωνή που έμοιαζε με τον ήχο του νερού που κυλά στις πέτρες και μια καρδιά που δεν γνώριζε από κοινωνικές τάξεις. Ανάμεσα στους υπαλλήλους του πατέρα της ήταν ο Hanbei, ένας νεαρός tedai (υπάλληλος) που είχε έρθει από την επαρχία. Ο Hanbei ήταν σιωπηλός, εργατικός και είχε μάτια που έβλεπαν πέρα από τα τόπια του μεταξιού.
Η αγάπη τους δεν γεννήθηκε με μεγάλα λόγια, αλλά μέσα από τις σκιές του καταστήματος. Ένα τσάι που προσφέρθηκε σε μια κουρασμένη στιγμή, ένα βλέμμα που κράτησε μια στιγμή παραπάνω κατά τη διάρκεια της απογραφής, μια υπόκλιση που έκρυβε έναν ολόκληρο κόσμο. Όμως, στο Έντο του 18ου αιώνα, η κόρη ενός εμπόρου και ένας υπάλληλος ήταν δύο παράλληλες γραμμές που ο νόμος των ανθρώπων απαγόρευε να συναντηθούν.
ΕΝΟΤΗΤΑ Β: ΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ
Η μοίρα άρχισε να υφαίνει το μαύρο της πέπλο όταν η μητριά της O-Chiyo, η σκληρή και φιλόδοξη O-Kei, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την προγονή της για να ισχυροποιήσει τη δική της θέση. Συμφώνησε κρυφά να δώσει την O-Chiyo ως σύζυγο σε έναν ηλικιωμένο αλλά πάμπλουτο δανειστή, στον οποίο ο πατέρας της χρωστούσε μεγάλα ποσά.
Όταν η O-Chiyo έμαθε τα νέα, η καρδιά της ράγισε. "Hanbei," ψιθύρισε μια νύχτα στην πίσω αυλή, κάτω από το φως του μισοφέγγαρου, "προτιμώ να γίνω στάχτη στον άνεμο παρά η σύζυγος ενός ανθρώπου που δεν αγαπώ."
Ο Hanbei, καταλαβαίνοντας τον κίνδυνο, προσπάθησε να την καθησυχάσει, αλλά η O-Kei τους παραμόνευε. Για να ξεφορτωθεί τον νεαρό που στεκόταν εμπόδιο στα σχέδιά της, η μητριά έκλεψε πενήντα χρυσά νομίσματα από το χρηματοκιβώτιο του οίκου και τα έκρυψε στις αποσκευές του Hanbei. Το επόμενο πρωί, μπροστά σε όλο το προσωπικό, η απάτη αποκαλύφθηκε.
"Κλέφτης!" φώναξε ο πατέρας της O-Chiyo, τυφλωμένος από την οργή και τις ψεύτικες αποδείξεις. Ο Hanbei οδηγήθηκε στις φυλακές, αντιμέτωπος με την ποινή του θανάτου ή την ισόβια ατίμωση. Η O-Chiyo, κλεισμένη στο δωμάτιό της, ένιωθε το σκοτάδι να την πνίγει.
ΕΝΟΤΗΤΑ Γ: Η ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ MICHIYUKI (ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ)
Όμως η αγάπη έχει τρόπους να σπάει τα δεσμά. Με τη βοήθεια ενός πιστού υπηρέτη που γνώριζε την αλήθεια, ο Hanbei κατάφερε να αποδράσει τη νύχτα της μεγάλης καταιγίδας. Την ίδια ώρα, η O-Chiyo, με μια δύναμη που κανείς δεν πίστευε ότι είχε, γλίστρησε από το παράθυρό της.
Συναντήθηκαν στη γέφυρα Ryogoku. Η βροχή έπεφτε σαν δάκρυα από τον ουρανό. "Δεν υπάρχει γυρισμός," είπε ο Hanbei, πιάνοντας το χέρι της. "Από εδώ και πέρα, είμαστε σκιές."
Εδώ ξεκινά το πιο σπαρακτικό μέρος της μπαλάντας των Goze, το Michiyuki. Καθώς οι δυο τους περπατούσαν προς τα προάστια του Έντο, η Goze περιέγραφε κάθε τους βήμα με το Shamisen. Ο ήχος του οργάνου γινόταν ο ήχος των ποδιών τους πάνω στη λάσπη, ο χτύπος των καρδιών τους, ο τρόμος του αποχωρισμού από τη ζωή.
Πέρασαν από μέρη που κάποτε τους ήταν οικεία, αλλά τώρα έμοιαζαν ξένα. Είδαν τα φώτα των σπιτιών όπου οι άνθρωποι κοιμούνταν ήσυχοι, αγνοώντας το δράμα που εκτυλισσόταν στους δρόμους. "Κοίτα," είπε η O-Chiyo δείχνοντας τις ανθισμένες κερασιές που μόλις άρχιζαν να πέφτουν, "η ζωή μας είναι σαν αυτά τα πέταλα. Όμορφη για μια στιγμή και μετά χαμένη στο χώμα."
ΕΝΟΤΗΤΑ Δ: Η ΙΕΡΗ ΘΥΣΙΑ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΛΩΤΟΥ
Έφτασαν στον ναό του Sensō-ji καθώς η αυγή άρχιζε να χαράζει, αλλά δεν ήταν η αυγή μιας νέας μέρας, ήταν η αυγή της αιωνιότητας. Καταφύγαν σε μια απόμερη γωνιά του κήπου, εκεί που τα αγάλματα του Βούδα έμοιαζαν να τους κοιτούν με συμπόνια.
Η O-Chiyo έβγαλε από το μανίκι της ένα λευκό μεταξωτό μαντήλι. Ο Hanbei τράβηξε το μικρό στιλέτο που είχε καταφέρει να κρατήσει. Δεν υπήρχε φόβος στα μάτια τους, μόνο μια βαθιά, απόκοσμη γαλήνη.
"Hanbei," είπε η O-Chiyo, "υποσχέσου μου πως στην επόμενη ζωή, δεν θα είσαι υπάλληλος και εγώ δεν θα είμαι πλούσια. Θα είμαστε μόνο δύο ψυχές που θα πετούν μαζί σαν πουλιά στον ουρανό."
"Το υπόσχομαι," απάντησε εκείνος. "Θα σε περιμένω στη λίμνη των Λωτών στον Δυτικό Παράδεισο."
Με μια κίνηση γεμάτη τελετουργική ευγένεια, ο Hanbei βοήθησε την O-Chiyo να περάσει το κατώφλι του θανάτου. Στη συνέχεια, έστρεψε το στιλέτο προς τον εαυτό του. Το αίμα τους κύλησε και ενώθηκε πάνω στο χώμα, κάτω από τις κερασιές που συνέχιζαν να πέφτουν σιωπηλά.
ΕΝΟΤΗΤΑ Ε: Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ GOZE
Όταν οι χωρικοί βρήκαν τα σώματά τους το επόμενο πρωί, είδαν δύο ανθρώπους που έμοιαζαν να κοιμούνται αγκαλιασμένοι. Ακόμη και ο σκληρός πατέρας της O-Chiyo, όταν έμαθε την αλήθεια για τη σκευωρία της γυναίκας του, κατέρρευσε από τις τύψεις.
Οι Goze, ταξιδεύοντας από χωριό σε χωριό, κράτησαν αυτή την ιστορία ζωντανή. Για τις τυφλές γυναίκες, η O-Chiyo και ο Hanbei δεν ήταν απλώς εραστές· ήταν σύμβολα αντίστασης ενάντια σε έναν κόσμο που προσπαθούσε να επιβάλει πού πρέπει να ανήκει η καρδιά.
Κάθε φορά που μια Goze χτυπούσε τη χορδή του Shamisen για να τελειώσει τη μπαλάντα, έλεγε: "Μην κλαίτε για εκείνους που πέθαναν για την αγάπη. Κλάψτε για εκείνους που ζουν χωρίς να την έχουν γνωρίσει ποτέ."
Και έτσι, μέσα από το σκοτάδι των ματιών των Goze, η ιστορία της O-Chiyo και του Hanbei φωτίζει μέχρι σήμερα τις καρδιές μας, θυμίζοντάς μας πως η αληθινή πίστη δεν πεθαίνει ποτέ, αλλά ξαναγεννιέται σε κάθε τραγούδι, σε κάθε ψίθυρο του ανέμου, σε κάθε πέταλο κερασιάς που πέφτει στο έδαφος.
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ GOZE - KOBAYASHI HARU
KOBAYASHI HARU: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΧΙΛΙΕΤΟΥΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
Το 2005, σε ηλικία 105 ετών, απεβίωσε η KOBAYASHI HARU, η τελευταία ενεργή GOZE της Ιαπωνίας. Με τον θάνατό της έκλεισε ένας κύκλος αιώνων. Η HARU έχασε την όρασή μας σε ηλικία 100 ημερών και ξεκίνησε τη μαθητεία της ως GOZE στα πέντε της χρόνια. Επιβίωσε από πολέμους, φτώχεια και την πλήρη αλλαγή του κόσμου γύρω της, παραμένοντας πιστή στο SHAMISEN της μέχρι το τέλος. "Δεν ζητούσαμε ελεημοσύνη, πουλούσαμε την τέχνη μας", έλεγε συχνά, υπερασπιζόμενη την αξιοπρέπεια των τυφλών γυναικών. Σήμερα, η κληρονομιά της ζει μέσα από τα ελάχιστα ηχητικά ντοκουμέντα και τις μελέτες που αναγνωρίζουν στις GOZE τις πρώτες πραγματικά ανεξάρτητες γυναίκες καλλιτέχνιδες της Ιαπωνίας.
.jpeg)
.jpeg)

.jpeg)
.jpeg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου